Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψυχωφελή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψυχωφελή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 30, 2022

Ο Μέγας Βασίλειος και ο Santa Claus

 

Ο Μέγας αυτός πατέρας και διδάσκαλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας γεννήθηκε το 329 μ.Χ. στη Νεοκαισάρεια του Πόντου στο χωριό Άννησα και μεγάλωσε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας.

Είχε 8 αδέρφια, 3 αγόρια και πέντε κορίτσια. Από τα 4 αγόρια τα 3 έγιναν επίσκοποι (ο Βασίλειος Καισαρείας, ο Γρηγόριος Νύσσης και ο Πέτρος Σεβάστειας) και το ένα μοναχός (ο Ναυκράτιος). Από τις 5 αδερφές του η πρώτη, και συγχρόνως το πιο μεγάλο παιδί της οικογένειας, η Μακρίνα, έγινε μοναχή. Οι γονείς του Βασίλειος (και αυτός), που καταγόταν από τη Νεοκαισάρεια του Πόντου και Εμμέλεια, που καταγόταν από τη Καππαδοκία, αν και κατά κόσμον ευγενείς και πλούσιοι, είχαν συγχρόνως και ακμαιότατο χριστιανικό φρόνημα. Αυτοί μάλιστα έθεσαν και τις πρώτες – καθοριστικής σημασίας – πνευματικές βάσεις του Αγίου. Με εφόδιο αυτή τη χριστιανική ανατροφή, ο Βασίλειος αρχίζει μια καταπληκτική πνευματική ανοδική πορεία. Έχοντας τα χαρίσματα της ευστροφίας και της μνήμης, κατακτά σχεδόν όλες τις επιστήμες της εποχής του.

Και το σπουδαιότερο, κατακτά τη θεία θεωρεία του Ευαγγελίου, που την κάνει αμέσως πράξη με την αυστηρή ασκητική ζωή του.

Μετά τις πρώτες του σπουδές στην Καισάρεια και κατόπιν στο Βυζάντιο, επισκέφθηκε, νεαρός ακόμα, την Αθήνα, όπου επί τέσσερα χρόνια συμπλήρωσε τις σπουδές του, σπουδάζοντας φιλοσοφία, ρητορική, γραμματική, αστρονομία και ιατρική.

Από την Αθήνα επέστρεψε στη Καισάρεια και επιδόθηκε στη δικηγορία και στη διδασκαλία της ρητορικής τέχνης. Αποφάσισε όμως, να ακολουθήσει τη μοναχική ζωή και γι’ αυτό πήγε στα κέντρα του ασκητισμού, για να διδαχθεί τα της μοναχικής πολιτείας στην Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία και Μεσοποταμία. Όταν επέστρεψε, αποσύρθηκε σε μια Μονή του Πόντου, αφού έγινε μοναχός, και ασκήθηκε εκεί με κάθε αυστηρότητα για πέντε χρόνια (357-362 μ.Χ.).

Η δε υπόλοιπη ποιμαντορική δράση του, υπήρξε απαράμιλλη, κτίζοντας την περίφημη «Βασιλειάδα», συγκρότημα με ευαγή ιδρύματα, όπου βρήκαν τροφή και περίθαλψη χιλιάδες πάσχοντες κάθε ηλικίας, γένους και φυλής. Ήταν μια «νέα πόλη» έξω από τη Καισάρεια και περιελάμβανε πτωχοτροφείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο, ξενοδοχείο και νοσοκομείο. Ο Μέγας Βασίλειος έχει πλούσιο και σημαντικό συγγραφικό έργο. Τα κυριότερα έργα του είναι οι 9 ομιλίες στην Εξαήμερο, ομιλίες στους Ψαλμούς, πολλές και διάφορες άλλες ομιλίες, ασκητικά έργα και επιστολές. Εκτός των άλλων έργων του, έγραψε και τη Θεία Λειτουργία, που, μετά την επικράτηση αυτής της συντομότερης του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τελείται 10 φορές το χρόνο: την 1η Ιανουαρίου (γιορτάζεται και η μνήμη του), τις πρώτες πέντε Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής, τις παραμονές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων, την Μ. Πέμπτη και το Μ. Σάββατο.

Στα πενήντα του χρόνια ο Μέγας Βασίλειος, εξαιτίας της ασθενικής κράσεώς του και της αυστηρής ασκητικής ζωής του , την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ., εγκαταλείπει το φθαρτό και μάταιο αυτό κόσμο, αφήνοντας παρακαταθήκη και ιερή κληρονομιά στην ανθρωπότητα ένα τεράστιο πνευματικό έργο. Η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη του στις 1 Ιανουαρίου.


Απολυτίκιο, Ήχος α΄

«Εἰς πᾶσαν τήν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου, ὡς δεξαμένην τόν λόγον σου·

δι’ οὗ θεοπρεπῶς ἐδογμάτισας, τήν φύσιν τῶν ὄντων ἐτράνωσας,

τά τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας, Βασίλειον ἱεράτευμα,

Πάτερ ὅσιε, Χριστόν τον Θεόν ἱκέτευε, δωρήσθαι ἡμῖν το μέγα ἔλεος.»

Στην Ευρώπη και ιδίως στην Ολλανδία ήταν ο Sinter Klaas, ο οποίος ήταν ο προστάτης των ναυτικών, των εμπόρων και των παιδιών, έτσι όπως αυτός λατρεύτηκε στις κάτω Χώρες, κυρίως από τον 12ο αιώνα και μετά. Τον 17ο αιώνα Ολλανδοί Καλβινιστές μεταναστεύοντας στην Αμερική έπαιρναν μαζί τους και την εικόνα του Αγίου Νικολάου και έγινε ο Saint Nick (Saint Nicholas) και ο Santa Claus. Μετακινήθηκε όμως μερικές εβδομάδες αργότερα για να επισκεφθεί τα παιδιά την παραμονή των Χριστουγέννων.

Ο «τύπος» αυτός ταξίδευσε και σε άλλες χώρες. Γύρω στα 1870 η γλυκιά και γενναιόδωρη μορφή του ταξίδεψε και στην Βρετανία, όπου και συγχωνεύτηκε με τον σκανδιναβικής προέλευσης, πατέρα των Χριστουγέννων και γέννησε μύθους, θρύλους, τραγουδάκια και αξεπέραστες συνήθειες. Ταυτιζόμενος ο Saint Nick με τον Santa Claus και τον Father Christmas μεταφέρθηκε στην Αμερική από τους Ευρωπαίους μετανάστες και όπως ήταν επόμενο εκεί αλλάζει μορφή, αποκτά την μορφή του καλοθρεμμένου και ολοπόρφυρου αγίου, που επειδή δεν μπορεί να ζει στις χιονισμένες πλαγιές του Άσπεν ή του Βερμόντ για λόγους παραδοσιακής αλλά και εμπορικής αποστασιοποίησης μένει κάπου στον Βόρειο Πόλο».

Βεβαίως, εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι αυτός ο «τύπος», που στην Ευρώπη και την Αμερική ονομάσθηκε Saint Nick, Santa Claus και Father Christmas, από μας ονομάζεται Αϊ-Βασίλης. Οι δυτικοί δεν τον ονομάζουν Αι-Βασίλη, αλλά Saint Nick, Santa Claus και Father Christmas. Εμείς ταυτίσαμε τον δυτικό αυτόν “τύπο” με τον Αι-Βασίλη, αφού εξοβελίσαμε τον δικό μας Άγιο Βασίλειο.

Ο σημερινός Αϊ-Βασίλης είναι δημιούργημα του αγγλοσαξωνικού κόσμου και απηχεί την νοοτροπία του. Ο Αι-Βασίλης αυτός γεννήθηκε αρχές του 19ου αιώνα από έναν αστό προτεστάντη καθηγητή, τον Κλημέντιο Κλαρκ Μουρ που έγραψε για τα παιδιά του μια ιστορία με ήρωα έναν Αι-Βασίλη, την «The Night Before Christmas» και δημοσιεύθηκε την 23 Δεκεμβρίου του έτους 1823 στην εφημερίδα «Sentinel». Η ιστορία αυτή εικονογραφήθηκε από τον πατέρα του χιουμοριστικού αμερικανικού σχεδίου Τόμας Ναστ, ο οποίος ήταν γερμανικής καταγωγής και δανείστηκε στοιχεία από την γερμανική λαϊκή παράδοση των Χριστουγέννων, αλλά και την παραδομένη μορφή του πλανόδιου Γερμανού εμπόρου.

Υπάρχουν αναλύσεις σύμφωνα με τις οποίες «ο Άγιος Βασίλης γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του αμερικανικού Εμφυλίου, όταν ο Ναστ εργαζόταν στο Harper’s Weekly, στο μεγαλύτερο περιοδικό της εποχής, και του είχε ανατεθεί να απεικονίζει με αλληγορικές εικόνες τα δρώμενα του πολέμου. Μία από αυτές ήταν «ο Άγιος Βασίλης στο στρατόπεδο», όπου παρουσιάζεται για πρώτη φορά ο Άγιος με τα χαρακτηριστικά ενός ευτραφούς άνδρα, ολοστρόγγυλου και ροδαλού, καλυμμένου από άστρα, ο οποίος μοίραζε δώρα σε ένα στρατόπεδο των Βορείων. Ο Άγιος Βασίλης του Ναστ δεν εξελίχθηκε, παρέμεινε ο ίδιος με το κόκκινο κουστούμι με τα λευκά γουνάκια, την άσπρη γενειάδα και τα παιχνίδια του. Με αυτό το σκίτσο, τα Χριστούγεννα έγιναν ημέρα αργίας και ο Άγιος Βασίλης αναγορεύτηκε σε τοπική θεότητα – καλόκαρδο πνεύμα που αντιπροσώπευε την ευημερία και την οικογενειακή ζωή των Βορείων, σε αντίθεση με το μύθο της ιπποτικής παράδοσης και της βαθύτατα ιθαγενούς κουλτούρας του Νότου.

Βασισμένος στην επιτυχία που γνώρισε το έργο του το 1862, ο Ναστ συνέχισε να παράγει σχέδια του Άγιου Βασίλη κάθε Χριστούγεννα κατά την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου. Και η σύλληψή του έγινε αποδεκτή, διότι έδωσε στην παραδοσιακή ασκητική αυστηρή και αποστεωμένη εικόνα του Father Christmas του Pelze – Nicol και του Père Noël, μια άλλη διάσταση που αντικατόπτριζε την αφθονία και την ευμάρεια.

Στις αρχές του αιώνα μας ο Αϊ-Βασίλης άλλαξε κάπως μορφή, και έγινε όπως ακριβώς τον γνωρίζουμε σήμερα. Σε αυτό συνετέλεσε η Κόκα-Κόλα. Κι αν ήταν ο σκιτσογράφος Τόμας Ναστ που τον φαντάστηκε πρώτος, περίπου όπως είναι σήμερα, η Κόκα-Κόλα αποτέλεσε την αφορμή για να γίνει η μορφή του τόσο δημοφιλής. Στα 1931, που η Κόκα Κόλα αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τον Σάντα Κλάους στη χειμωνιάτικη διαφημιστική της εκστρατεία και ανέθεσε σε έναν άλλο Αμερικανό καλλιτέχνη, τον Χάντον Σάνμπλομ, να τον σχεδιάσει. Εκείνος διάλεξε για τον Άγιο τα χρώματα της Κόκα Κόλα και… να’ τος, με τις μαύρες μπότες του, το μακρύ σκουφί του, το κόκκινο κοστούμι του και την άσπρη του γούνα, όπως τον γνωρίσαμε και τον αγαπήσαμε» .

Η παράδοση σύμφωνα με την οποία ο Αϊ-Βασίλης περνά μέσα από καμινάδες για να δώσει δώρα στα παιδιά προέρχεται από το ποίημα του Κλέμεντ Μούρ με τίτλο « μια επίσκεψη του Αγίου Νικόλα» , ο οποίος «δανείστηκε την ιδέα της καμινάδας, μαζί με την ιδέα του έλκηθρου και των οκτώ ελαφιών που το σέρνουν, από ένα φινλανδικό παραμύθι». Επομένως ο Άγιος Βασίλειος της Μικράς Ασίας που είναι εγγράμματος και δίδει παράδειγμα μιμήσεως, ταπεινώσεως, διακονίας, μετατρέπεται στον Σάντα Κλάους που δίδει την εφήμερη ηδονή της κατανάλωσης και έρχεται σε μας μετονομαζόμενος σε Αϊ-Βασίλη.

πρεσβυτέρου Παναγιώτη Βούρκου

Πηγή: http://www.im-glyfadas.gr

alopsis.gr

πηγή

Παρασκευή, Μαρτίου 11, 2022

ΠΩΣ ΑΠΟΦΕΥΓΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ!

 

«Σε νέα χήρα που ήταν πολύ λυπημένη, ο όσιος Γέροντας Πορφύριος έδωσε οδηγίες να εργάζεται εντατικά, για να μπορέσει να αποφύγει την κατάθλιψη που την απειλούσε. Με την εργασιοθεραπεία και την προσευχή, που της συνέστησε ο όσιος, είχε εκπληκτικά αποτελέσματα. Η θλίψη της μεταβλήθηκε σε εσωτερική γαλήνη και χαρά, μέχρι σημείου που να διερωτάται μήπως παραφρόνησε. Ο Γέροντας την καθησύχασε και την διαβεβαίωσε ότι η πνευματική χαρά της προέρχεται από τη χάρη του Χριστού που έλαβε» (Όσιος Πορφύριος καυσοκαλυβίτης, από βιβλίο: Ανθολόγιο Συμβουλών, έκδ. Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, Μήλεσι Αττικής).

Είναι από τα «τέρατα» της εποχής μας, και όχι μόνο. Στέκει βαριά η σκιά της ιδίως στις πιο ευαίσθητες ψυχές και απειλεί όχι μόνο την ψυχική αλλά και τη σωματική διάσταση του ανθρώπου. Στις βαρύτερες περιπτώσεις χρειάζεται η καταφυγή στην ιατρική επιστήμη και η λήψη των αναλόγων φαρμάκων. Κι είναι ένας «τέρας» που ανά πάσα στιγμή μπορεί να κτυπήσει την πόρτα του καθενός! Πολλοί άγιοι αντιμετώπισαν τον πειρασμό αυτόν και πάλεψαν μέχρι την τελευταία τους στιγμή. Κι έγινε ο πειρασμός αυτός τελικώς το σκαλοπάτι για να οδηγηθούν σε μεγαλύτερα ύψη αγιότητας. Να θυμηθούμε μεταξύ άλλων την αγία Ολυμπιάδα, τη βασική συνεργάτιδα του αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, ή τον νεώτερο όσιο Παναγή τον Μπασιά. Και μιλάμε όπως καταλαβαίνουμε για την κατάθλιψη. Όχι απλώς τη θλίψη που αποτελεί στοιχείο της καθημερινότητας του κάθε ανθρώπου - τόσο που χωρίς αυτήν ή καλύτερα χωρίς αυτές, γιατί είναι πολλές, δεν μπορεί κανείς να εισέλθει, κατά τον Κύριο, στη Βασιλεία του Θεού – αλλά την πολλαπλασιασμένη θλίψη που λειτουργεί συντριπτικά για την ψυχοσωματική υπόστασή μας.

Κι είναι αλήθεια ότι η ιατρική επιστήμη έχει προχωρήσει πολύ στη διάγνωση της ψυχικής αυτής νόσου όπως και στη θεραπευτική αντιμετώπισή της. Ανίχνευση των αιτίων που οδηγούν στο «βάραθρό» της, πρακτικές που αντιστέκονται στη ροπή προς τη «μαύρη αυτή τρύπα» της ψυχής, φάρμακα που στοχεύουν στην απάλυνση της σκιάς της στον εγκέφαλο του ανθρώπου. Και κυρίως: η προτροπή να μη μείνει ο άνθρωπος αργός μέσα στα σύννεφα των λογισμών του. Εργασία που κάνει τον άνθρωπο να κινητοποιήσει όλες τις υγιείς δυνάμεις του και να ισορροπήσει τους λογισμούς του. Με αποτελέσματα πράγματι θετικά και ενθαρρυντικά. Πάρα πολλοί συνάνθρωποί μας μπόρεσαν να απεγκλωβιστούν από το «τέρας» αυτό και να ελέγξουν και πάλι τη ζωή τους.

Κι έρχεται και ο άγιος Πορφύριος με την αγιοσύνη του να προτείνει τη θεραπευτική του συμβουλή. Όχι γιατί ήταν ιατρός, μολονότι είχε πολλές ιατρικές γνώσεις, αλλά γιατί ήταν άνθρωπος του Θεού με θαυμαστά χαρίσματα δοσμένα από Εκείνον, που τον έκαναν να «βλέπει» πράγματα που και για τους ίδιους τους ιατρούς ήταν δυσδιάκριτα – το ομολογούσαν πολλοί ιατροί που τον γνώρισαν. 


Και τι συμβουλεύει λοιπόν;

 Ενόψει της «επίθεσης» της κατάθλιψης σε νέα χήρα από τον θάνατο του συζύγου της, της προτείνει τα δύο μεγάλα όπλα της πίστεως: την εργασιοθεραπεία και την προσευχή. Και για μεν το πρώτο είπαμε ότι αποτελεί μέθοδο θεραπείας και των ίδιων των ιατρών. Για δε το δεύτερο είναι η προτροπή του ίδιου του Θεού στην πραγματικότητα, γιατί στρέφει τον άνθρωπο στην πηγή της Ζωής και της Χαράς. Άνθρωπος που προσεύχεται αληθινά και καρδιακά βλέπει την παρουσία της χάρης του Θεού στη ζωή του.

 Γιατί;

 Διότι μετατίθεται σε σφαίρα πέρα από τα οριζόντια και απλώς αισθητά. Η προσευχή για τη χριστιανική πίστη είναι η πιο ενεργητική και δυναμική κίνηση του ανθρώπου, γιατί τον προσανατολίζει προς την πηγή του, τον Πατέρα του, Αυτόν που ενδιαφέρεται «έως θανάτου» για τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά.

Και πώς τον προσανατολίζει; 

Όχι με ράθυμο και κουρασμένο τρόπο, αλλά με παραλαβή όλης της αποσκευής του ανθρώπου, «εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της διανοίας, εξ όλης της ισχύος». Ο χριστιανός άνθρωπος όταν προσεύχεται, νιώθει την «κρυμμένη» χάρη του Θεού ως μέλος Χριστού, που τον «αναγκάζει» να βγει από το εγώ του και τα προβλήματά του και να κοιτάξει «πρόσωπο προς πρόσωπο» τον Θεό του. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη «εργασιοθεραπεία» από αυτή. Ο ίδιος ο Κύριος χαρακτήρισε τη σχέση με τον Θεό ως την κατεξοχήν και αληθινή εργασία. «Εργάζεσθε, είπε, μη την βρώσιν την απολυμμένην, αλλά την βρώσιν την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον»

Και ποια είναι αυτή η εργασία; 

«Τούτό εστιν το έργον του Θεού, ίνα πιστεύσητε εις ον απέστειλε ο Θεός». Εργασία αληθινή που θεραπεύει πράγματι τον άνθρωπο και τον κάνει να ζει την αιωνιότητα από τη ζωή αυτή, είναι η πίστη στον Χριστό ως τρόπος αγάπης που τρέφει μάλιστα τον άνθρωπο.

Η συγκεκριμένη νέα χήρα πίστεψε στα λόγια του αγίου και τα εφάρμοσε. Κι είδε τα θεραπευτικά αποτελέσματα: τόσο γαλήνεψε και χάρηκε, ώστε για μία στιγμή θεώρησε ότι «παραφρόνησε». «Είναι η χάρη του Χριστού» της είπε όμως ο άγιος. Γιατί αυτή είναι πάντοτε η υπόσχεση Εκείνου: «Μόλις τηρήσετε τις εντολές μου, πιστέψετε δηλαδή και αγαπήσετε τον συνάνθρωπό σας, θα πλημμυρίσετε από την παρουσία της χάρης και της χαράς του Θεού μέσα στην καρδιά σας».

πηγή

Κυριακή, Μαρτίου 06, 2022

π. Νικόλαος Λουδοβίκος: Ναρκισσισμός, Σχιζοφρένεια, Κολακεία, Αγάπη

 


«Η Αγάπη είναι μια βίαιη κατάσταση και αυτό την κάνει ενδιαφέρουσα», «Δεν υπάρχει βία που να μην καλύπτεται από το σχήμα και το όνομα της αγάπης», «Υπάρχει η αγάπη μου για χάριν του άλλου;» « Φτάνει η αγάπη μου στον άλλον;».
Ομιλία του π. Νικολάου Λουδοβίκου με θέμα «Η αγάπη ως βία» τον  Δεκέμβριο του 2019, στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Κυψέλης.

Ψαλμοί γιά τήν κατάθλιψη, σύμφωνα μέ τήν χρήση τοῦ Ψαλτηρίου, ἀπό τόν ἅγιο Ἀρσένιο τόν Καππαδόκη



Ψαλμός 4ος: Γιά νά θεραπεύσει ὁ Θεός τούς εὐαίσθητους ἀνθρώπους, πού ἀρρώστησαν ἀπό μελαγχολία ἀπό τή συμπεριφορά τῶν σκληρόκαρδων ἀνθρώπων.
 
Δ 4.Εἰς τὸ τέλος, ἐν ψαλμοῖς· ᾠδὴ τῷ Δαυΐδ.
2 ΕΝ τῷ ἐπικαλεῖσθαί με εἰσήκουσάς μου, ὁ Θεὸς τῆς δικαιοσύνης μου· ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς με. οἰκτείρησόν με καὶ εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου. 3 υἱοὶ ἀνθρώπων, ἕως πότε βαρυκάρδιοι; ἱνατί ἀγαπᾶτε ματαιότητα καὶ ζητεῖτε ψεῦδος; (διάψαλμα). 4 καὶ γνῶτε ὅτι ἐθαυμάστωσε Κύριος τὸν ὅσιον αὐτοῦ· Κύριος εἰσακούσεταί μου ἐν τῷ κεκραγέναι με πρὸς αὐτόν. 5 ὀργίζεσθε, καὶ μὴ ἁμαρτάνετε·
ἃ λέγετε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν, ἐπὶ ταῖς κοίταις ὑμῶν κατανύγητε. (διάψαλμα). 6 θύσατε θυσίαν δικαιοσύνης καὶ ἐλπίσατε ἐπὶ Κύριον. 7 πολλοὶ λέγουσι· τίς δείξει ἡμῖν τὰ ἀγαθά; Ἐσημειώθη ἐφ’ ἡμᾶς τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου, Κύριε. 8 ἔδωκας εὐφροσύνην εἰς τὴν καρδίαν μου· ἀπὸ καρποῦ σίτου, οἴνου καὶ ἐλαίου αὐτῶν ἐπληθύνθησαν. 9 ἐν εἰρήνῃ ἐπὶ τὸ αὐτὸ κοιμηθήσομαι καὶ ὑπνώσω, ὅτι σύ, Κύριε, κατὰ μόνας ἐπ’ ἐλπίδι κατῴκισάς με.

Ψαλμός 27ος Γιά νά θεραπεύσει ὁ θεός τούς νευρασθενεῖς καί τούς νευρόπονους.
ΚΖ (ΚΗ) 27.
Τοῦ Δαυΐδ.
ΠΡΟΣ σέ, Κύριε, ἐκέκραξα, ὁ Θεός μου, μὴ παρασιωπήσῃς ἀπ’ ἐμοῦ, μήποτε παρασιωπήσῃς ἀπ’ ἐμοῦ καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. 2 εἰσάκουσον τῆς φωνῆς τῆς δεήσεώς μου ἐν τῷ δέεσθαί με πρὸς σέ, ἐν τῷ αἴρειν με χεῖράς μου πρὸς ναὸν ἅγιόν σου. 
3 μὴ συνελκύσῃς μετὰ ἁμαρτωλῶν τὴν ψυχήν μου καὶ μετὰ ἐργαζομένων ἀδικίαν μὴ συναπολέσῃς με τῶν λαλούντων εἰρήνην μετὰ τῶν πλησίον αὐτῶν, κακὰ δὲ ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν. 4 δὸς αὐτοῖς, Κύριε, κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν καὶ κατὰ τὴν πονηρίαν τῶν ἐπιτηδευμάτων αὐτῶν· κατὰ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν αὐτῶν δὸς αὐτοῖς, ἀπόδος τὸ ἀνταπόδομα αὐτῶν αὐτοῖς. 
5 ὅτι οὐ συνῆκαν εἰς τὰ ἔργα Κυρίου καὶ εἰς τὰ ἔργα τῶν χειρῶν αὐτοῦ· καθελεῖς αὐτοὺς καὶ οὐ μὴ οἰκοδομήσεις αὐτούς. 6 εὐλογητὸς Κύριος, ὅτι εἰσήκουσε τῆς φωνῆς τῆς δεήσεώς μου. 
7 Κύριος βοηθός μου καὶ ὑπερασπιστής μου· ἐπ’ αὐτῷ ἤλπισεν ἡ καρδία μου, καὶ ἐβοηθήθην, καὶ ἀνέθαλεν ἡ σάρξ μου· καὶ ἐκ θελήματός μου ἐξομολογήσομαι αὐτῷ. 8 Κύριος κραταίωμα τοῦ λαοῦ αὐτοῦ καὶ ὑπερασπιστὴς τῶν σωτηρίων τοῦ χριστοῦ αὐτοῦ ἐστι. 9 σῶσον τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου καὶ ποίμανον αὐτοὺς καὶ ἔπαρον αὐτοὺς ἕως τοῦ αἰῶνος.


Ψαλμός 55ος: Σέ εὐαίσθητους, πού ἔχουν πληγωθεῖ ψυχικά ἀπό συνανθρώπους τους. 
ΝΕ (ΝΣΤ) 55.
Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ τοῦ λαοῦ τοῦ ἀπὸ τῶν ἁγίων μεμακρυμμένου· τῷ Δαυΐδ εἰς στηλογραφίαν, ὁπότε ἐκράτησαν αὐτὸν οἱ ἀλλόφυλοι ἐν Γέθ.
2 ΕΛΕΗΣΟΝ με, ὁ Θεός, ὅτι κατεπάτησέ με ἄνθρωπος, ὅλην τὴν ἡμέραν πολεμῶν ἔθλιψέ με. 3 κατεπάτησάν με οἱ ἐχθροί μου ὅλην τὴν ἡμέραν, ὅτι πολλοὶ οἱ πολεμοῦντες με ἀπὸ ὕψους. 4 ἡμέρας οὐ φοβηθήσομαι, ἐγὼ δὲ ἐλπιῶ ἐπὶ σέ. 
5 ἐν τῷ Θεῷ ἐπαινέσω τοὺς λόγους μου, ἐπὶ τῷ Θεῷ ἤλπισα, οὐ φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι σάρξ. 6 ὅλην τὴν ἡμέραν τοὺς λόγους μου ἐβδελύσσοντο, κατ’ ἐμοῦ πάντες οἱ διαλογισμοὶ αὐτῶν εἰς κακόν. 
7 παροικήσουσι καὶ κατακρύψουσιν· αὐτοὶ τὴν πτέρναν μου φυλάξουσι, καθάπερ ὑπέμειναν τῇ ψυχῇ μου. 8 ὑπὲρ τοῦ μηθενὸς σώσεις αὐτούς, ἐν ὀργῇ λαοὺς κατάξεις. ὁ Θεός, 9 τὴν ζωήν μου ἐξήγγειλά σοι, ἔθου τὰ δάκρυά μου ἐνώπιόν σου ὡς καὶ ἐν τῇ ἐπαγγελίᾳ σου.
10 ἐπιστρέψουσιν οἱ ἐχθροί μου εἰς τὰ ὀπίσω, ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ἐπικαλέσωμαί σε· ἰδοὺ ἔγνων ὅτι Θεός μου εἶ σύ. 11 ἐπὶ τῷ Θεῷ αἰνέσω ρῆμα, ἐπὶ τῷ Κυρίῳ αἰνέσω λόγον. 12 ἐπὶ τῷ Θεῷ ἤλπισα, οὐ φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι ἄνθρωπος. 
13 ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, εὐχαί, ἃς ἀποδώσω αἰνέσεώς σου, 14 ὅτι ἐρρύσω τὴν ψυχήν μου ἐκ θανάτου καὶ τοὺς πόδας μου ἐξ ὀλισθήματος· εὐαρεστήσω ἐνώπιον Κυρίου ἐν φωτὶ ζώντων.


Ψαλμός 56ος: Γιά ἀνθρώπους πού ὑποφέρουν ἀπό πονοκέφαλο, ἀπό πολλή στεναχώρια. 
ΝΣΤ (ΝΖ) 56.
 Εἰς τὸ τέλος· μὴ διαφθείρῃς· τῷ Δαυΐδ εἰς στηλογραφίαν ἐν τῷ αὐτὸν ἀποδιδράσκειν ἀπὸ προσώπου Σαοὺλ εἰς τὸ σπήλαιον.
2 ΕΛΕΗΣΟΝ με, ὁ Θεός, ἐλέησόν με, ὅτι ἐπὶ σοὶ πέποιθεν ἡ ψυχή μου καὶ ἐν τῇ σκιᾷ τῶν πτερύγων σου ἐλπιῶ, ἕως οὗ παρέλθῃ ἡ ἀνομία. 3 κεκράξομαι πρὸς τὸν Θεὸν τὸν Ὕψιστον, τὸν Θεὸν τὸν εὐεργετήσαντά με. 
4 ἐξαπέστειλεν ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἔσωσέ με, ἔδωκεν εἰς ὄνειδος τοὺς καταπατοῦντάς με. (διάψαλμα). ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸ ἔλεος αὐτοῦ καὶ τὴν ἀλήθειαν αὐτοῦ 5 καὶ ἐρρύσατο τὴν ψυχήν μου ἐκ μέσου σκύμνων. ἐκοιμήθην τεταραγμένος· υἱοὶ ἀνθρώπων, οἱ ὀδόντες αὐτῶν ὅπλα καὶ βέλη, καὶ ἡ γλῶσσα αὐτῶν μάχαιρα ὀξεῖα. 6 ὑψώθητι ἐπὶ τοὺς οὐρανούς, ὁ Θεός, καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἡ δόξα σου. 
7 παγίδα ἡτοίμασαν τοῖς ποσί μου καὶ κατέκαμψαν τὴν ψυχήν μου· ὤρυξαν πρὸ προσώπου μου βόθρον καὶ ἐνέπεσαν εἰς αὐτόν. (διάψαλμα). 8 ἑτοίμη ἡ καρδία μου, ὁ Θεός, ἑτοίμη ἡ καρδία μου, ᾄσομαι καὶ ψαλῶ ἐν τῇ δόξῃ μου. 9 ἐξεγέρθητι, ἡ δόξα μου· ἐξεγέρθητι, ψαλτήριον καὶ κιθάρα· ἐξεγερθήσομαι ὄρθρου.
10 ἐξομολογήσομαί σοι ἐν λαοῖς, Κύριε, ψαλῶ σοι ἐν ἔθνεσι, 11 ὅτι ἐμεγαλύνθη ἕως τῶν οὐρανῶν τὸ ἔλεός σου καὶ ἕως τῶν νεφελῶν ἡ ἀλήθειά σου. 12 ὑψώθητι ἐπὶ τοὺς οὐρανούς, ὁ Θεός, καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἡ δόξα σου.

Ψαλμός 97ος: Γιά νά δώσει ὁ Θεός παρηγοριά στούς στεναχωρημένους ἀνθρώπους, νά μή θλίβονται. 
ϞΖ (ϞΗ) 97.
Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.
ΑΣΑΤΕ τῷ Κυρίῳ ᾆσμα καινόν, ὅτι θαυμαστὰ ἐποίησεν ὁ Κύριος· ἔσωσεν αὐτὸν ἡ δεξιὰ αὐτοῦ καὶ ὁ βραχίων ὁ ἅγιος αὐτοῦ. 2 ἐγνώρισε Κύριος τὸ σωτήριον αὐτοῦ, ἐναντίον τῶν ἐθνῶν ἀπεκάλυψε τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ. 
3 ἐμνήσθη τοῦ ἐλέους αὐτοῦ τῷ Ἰακὼβ καὶ τῆς ἀληθείας αὐτοῦ τῷ οἴκῳ Ἰσραήλ· εἴδοσαν πάντα τὰ πέρατα τῆς γῆς τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. 4 ἀλαλάξατε τῷ Θεῷ, πᾶσα ἡ γῆ, ᾄσατε καὶ ἀγαλλιᾶσθε καὶ ψάλατε· 
5 ψάλατε τῷ Κυρίῳ ἐν κιθάρᾳ, ἐν κιθάρᾳ καὶ φωνῇ ψαλμοῦ· 6 ἐν σάλπιγξιν ἐλαταῖς καὶ φωνῇ σάλπιγγος κερατίνης ἀλαλάξατε ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως Κυρίου.
 7 σαλευθήτω ἡ θάλασσα καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς, ἡ οἰκουμένη καὶ πάντες οἱ κατοικοῦντες ἐν αὐτῇ. 8
ποταμοὶ κροτήσουσι χειρὶ ἐπὶ τὸ αὐτό, τὰ ὄρη ἀγαλλιάσονται, 9 ὅτι ἥκει κρῖναι τὴν γῆν· κρινεῖ τὴν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ καὶ λαοὺς ἐν εὐθύτητι.
  

Ἄλλοι ψαλμοί, σχετικοί μέ τήν κατάθλιψη, μέ βάση τήν χρήση τοῦ Ψαλτηρίου, ἀπό τόν ἅγιο Ἀρσένιο τόν Καππαδόκη.


Ψαλμός 7ος: Γί αὐτούς πού ἔπαθαν φοβία ἀπό τίς φοβέρες καί τίς ἀπειλές τῶν κακῶν ἀνθρώπων. 
Ζ 7.
Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ, ὃν ᾖσε τῷ Κυρίῳ ὑπὲρ τῶν λόγων Χουσὶ υἱοῦ Ἰεμενεί.
2 ΚΥΡΙΕ ὁ Θεός μου, ἐπὶ σοὶ ἤλπισα· σῶσόν με ἐκ πάντων τῶν διωκόντων με καὶ ρῦσαί με, 3 μήποτε ἁρπάσῃ ὡς λέων τὴν ψυχήν μου, μὴ ὄντος λυτρουμένου μηδὲ σῴζοντος. 4 Κύριε ὁ Θεός μου, εἰ ἐποίησα τοῦτο, εἰ ἔστιν ἀδικία ἐν χερσί μου, 
5 εἰ ἀνταπέδωκα τοῖς ἀνταποδιδοῦσί μοι κακά, ἀποπέσοιμι ἄρα ἀπὸ τῶν ἐχθρῶν μου κενός· 6 καταδιώξαι ἄρα ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου καὶ καταλάβοι καὶ καταπατήσαι εἰς γῆν τὴν ζωήν μου καὶ τὴν δόξαν μου εἰς χοῦν κατασκηνώσαι. (διάψαλμα). 
7 ἀνάστηθι, Κύριε, ἐν ὀργῇ σου, ὑψώθητι ἐν τοῖς πέρασι τῶν ἐχθρῶν σου. ἐξεγέρθητι, Κύριε ὁ Θεός μου, ἐν προστάγματι, ᾧ ἐνετείλω, 8 καὶ συναγωγὴ λαῶν κυκλώσει σε, καὶ ὑπὲρ ταύτης εἰς ὕψος ἐπίστρεψον. 9 Κύριος κρινεῖ λαούς. κρῖνόν με, Κύριε, κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου καὶ κατὰ τὴν ἀκακίαν μου ἐπ΄ ἐμοί.
10 συντελεσθήτω δὴ πονηρία ἁμαρτωλῶν καὶ κατευθυνεῖς δίκαιον, ἐτάζων καρδίας καὶ νεφροὺς ὁ Θεός. 11 δικαία ἡ βοήθειά μου παρὰ τοῦ Θεοῦ τοῦ σῴζοντος τοὺς εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ. 12 ὁ Θεὸς κριτὴς δίκαιος καὶ ἰσχυρὸς καὶ μακρόθυμος καὶ μὴ ὀργὴν ἐπάγων καθ’ ἑκάστην ἡμέραν. 13 ἐὰν μὴ ἐπιστραφῆτε, τὴν ρομφαίαν αὐτοῦ στιλβώσει, τὸ τόξον αὐτοῦ ἐνέτεινε καὶ ἡτοίμασεν αὐτό· 
14 καὶ ἐν αὐτῷ ἡτοίμασε σκεύη θανάτου, τὰ βέλη αὐτοῦ τοῖς καιομένοις ἐξειργάσατο. 15 ἰδοὺ ὠδίνησεν ἀδικίαν, συνέλαβε πόνον καὶ ἔτεκεν ἀνομίαν. 16 λάκκον ὤρυξε καὶ ἀνέσκαψεν αὐτόν, καὶ ἐμπεσεῖται εἰς βόθρον, ὃν εἰργάσατο· 17 ἐπιστρέψει ὁ πόνος αὐτοῦ εἰς κεφαλὴν αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ κορυφὴν αὐτοῦ ἡ ἀδικία αὐτοῦ καταβήσεται. 18 ἐξομολογήσομαι τῷ Κυρίῳ κατὰ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ καὶ ψαλῶ τῷ ὀνόματι Κυρίου τοῦ Ὑψίστου.

Ψαλμός 24ος: Σέ ἀνθρώπους πού φθονεῖ πολύ ὁ πειρασμός καί τούς φέρνει συνέχεια ἀναποδιές στή ζωή τους, γιά νά γογγύσουν. 
ΚΔ (ΚΕ) 24.
Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.
ΠΡΟΣ σέ, Κύριε, ἦρα τὴν ψυχήν μου, ὁ Θεός μου. 2 ἐπὶ σοὶ πέποιθα· μὴ καταισχυνθείην, μηδὲ καταγελασάτωσάν με οἱ ἐχθροί μου. 3 καὶ γὰρ πάντες οἱ ὑπομένοντές σε οὐ μὴ καταισχυνθῶσιν· αἰσχυνθήτωσαν οἱ ἀνομοῦντες διακενῆς. 4 τὰς ὁδούς σου, Κύριε, γνώρισόν μοι, καὶ τὰς τρίβους σου δίδαξόν με. 
5 ὁδήγησόν με ἐπὶ τὴν ἀλήθειάν σου καὶ δίδαξόν με, ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεὸς ὁ σωτήρ μου, καὶ σὲ ὑπέμεινα ὅλην τὴν ἡμέραν. 6 μνήσθητι τῶν οἰκτιρμῶν σου, Κύριε, καὶ τὰ ἐλέη σου, ὅτι ἀπὸ τοῦ αἰῶνός εἰσιν. 
7 ἁμαρτίας νεότητός μου καὶ ἀγνοίας μου μὴ μνησθῇς· κατὰ τὸ ἔλεός σου μνήσθητί μου, σύ, ἕνεκεν χρηστότητός σου, Κύριε. 8 χρηστὸς καὶ εὐθὴς ὁ Κύριος· διὰ τοῦτο νομοθετήσει ἁμαρτάνοντας ἐν ὁδῷ. 9 ὁδηγήσει πραεῖς ἐν κρίσει, διδάξει πραεῖς ὁδοὺς αὐτοῦ.
10 πᾶσαι αἱ ὁδοὶ Κυρίου ἔλεος καὶ ἀλήθεια τοῖς ἐκζητοῦσι τὴν διαθήκην αὐτοῦ καὶ τὰ μαρτύρια αὐτοῦ. 
11 ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, καὶ ἱλάσῃ τῇ ἁμαρτίᾳ μου, πολλὴ γάρ ἐστι. 12 τίς ἐστιν ἄνθρωπος ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον; νομοθετήσει αὐτῷ ἐν ὁδῷ, ᾗ ᾑρετίσατο. 13 ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἐν ἀγαθοῖς αὐλισθήσεται, καὶ τὸ σπέρμα αὐτοῦ κληρονομήσει γῆν. 
14 κραταίωμα Κύριος τῶν φοβουμένων αὐτόν, καὶ ἡ διαθήκη αὐτοῦ δηλώσει αὐτοῖς. 15 οἱ ὀφθαλμοί μου διὰ παντὸς πρὸς τὸν Κύριον, ὅτι αὐτὸς ἐκσπάσει ἐκ παγίδος τοὺς πόδας μου. 
16 ἐπίβλεψον ἐπ΄ ἐμὲ καὶ ἐλέησόν με, ὅτι μονογενὴς καὶ πτωχός εἰμι ἐγώ. 17 αἱ θλίψεις τῆς καρδίας μου ἐπληθύνθησαν· ἐκ τῶν ἀναγκῶν μου ἐξάγαγέ με. 18 ἴδε τὴν ταπείνωσίν μου καὶ τὸν κόπον μου καὶ ἄφες πάσας τὰς ἁμαρτίας μου. 19 ἴδε τοὺς ἐχθρούς μου, ὅτι ἐπληθύνθησαν καὶ μῖσος ἄδικον ἐμίσησάν με.
20 φύλαξον τὴν ψυχήν μου καὶ ρῦσαί με· μὴ καταισχυνθείην, ὅτι ἤλπισα ἐπὶ σέ. 21 ἄκακοι καὶ εὐθεῖς ἐκολλῶντό μοι, ὅτι ὑπέμεινά σε, Κύριε. 22 λύτρωσαι, ὁ Θεός, τὸν Ἰσραὴλ ἐκ πασῶν τῶν θλίψεων αὐτοῦ.

Ψαλμός 41ος: Σέ νέους πού ἀρρωσταίνουν ἀπό ἔρωτα, ὅταν τραυματίζεται τό ἕνα πρόσωπο καί θλίβεται.
 
ΜΑ (ΜΒ) 41.
Εἰς τὸ τέλος· εἰς σύνεσιν τοῖς υἱοῖς Κορέ.
2 ΟΝ ΤΡΟΠΟΝ ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων, οὕτως ἐπιποθεῖ ἡ ψυχή μου πρός σέ, ὁ Θεός. 3 ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρὸς τὸν Θεὸν τὸν ζῶντα· πότε ἥξω καὶ ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ; 
4 ἐγενήθη τὰ δάκρυά μου ἐμοὶ ἄρτος ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἐν τῷ λέγεσθαί μοι καθ’ ἑκάστην ἡμέραν· ποῦ ἐστιν ὁ Θεός σου; 5 ταῦτα ἐμνήσθην καὶ ἐξέχεα ἐπ’ ἐμὲ τὴν ψυχήν μου, ὅτι διελεύσομαι ἐν τόπῳ σκηνῆς θαυμαστῆς ἕως τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ ἐν φωνῇ ἀγαλλιάσεως καὶ ἐξομολογήσεως ἤχου ἑορτάζοντος. 
6 ἱνατί περίλυπος εἶ, ἡ ψυχή μου, καὶ ἱνατί συνταράσσεις με; ἔλπισον ἐπὶ τὸν Θεόν, ὅτι ἐξομολογήσομαι αὐτῷ· σωτήριον τοῦ προσώπου μου καὶ ὁ Θεός μου. 7 πρὸς ἐμαυτὸν ἡ ψυχή μου ἐταράχθη· διὰ τοῦτο μνησθήσομαί σου ἐκ γῆς Ἰορδάνου καὶ Ἐρμωνιείμ, ἀπὸ ὄρους μικροῦ. 
8 ἄβυσσος ἄβυσσον ἐπικαλεῖται εἰς φωνὴν τῶν καταρρακτῶν σου, πάντες οἱ μετεωρισμοί σου καὶ τὰ κύματά σου ἐπ’ ἐμὲ διῆλθον. 9 ἡμέρας ἐντελεῖται Κύριος τὸ ἔλεος αὐτοῦ, καὶ νυκτὸς ᾠδὴ αὐτῷ παρ’ ἐμοί, προσευχὴ τῷ Θεῷ τῆς ζωῆς μου.
10 ἐρῶ τῷ Θεῷ· ἀντιλήπτωρ μου εἶ· διατί μου ἐπελάθου; καὶ ἱνατί σκυθρωπάζων πορεύομαι ἐν τῷ ἐκθλίβειν τὸν ἐχθρόν μου; 11 ἐν τῷ καταθλᾶσθαι τὰ ὀστᾶ μου ὠνείδιζόν με οἱ ἐχθροί μου, ἐν τῷ λέγειν αὐτούς μοι καθ’ ἑκάστην ἡμέραν· Ποῦ ἐστιν ὁ Θεός σου; 12 ἱνατί περίλυπος εἶ, ἡ ψυχή μου; καὶ ἱνατί συνταράσσεις με; ἔλπισον ἐπὶ τὸν Θεόν, ὅτι ἐξομολογήσομαι αὐτῷ· σωτήριον τοῦ προσώπου μου καὶ ὁ Θεός μου.


Ψαλμός 45ος: Γιά τούς νέους πού ἐμποδίζει ὁ ἐχθρός ἀπό φθόνο νά δημιουργήσουν οἰκογένεια ( νά παντρευτοῦν). 
ΜΕ (ΜΣΤ) 45.
Εἰς τὸ τέλος· ὑπὲρ τῶν υἱῶν Κορέ, ὑπὲρ τῶν κρυφίων ψαλμός.
2 Ο ΘΕΟΣ ἡμῶν καταφυγὴ καὶ δύναμις, βοηθὸς ἐν θλίψεσι ταῖς εὑρούσαις ἡμᾶς σφόδρα. 3 διὰ τοῦτο οὐ φοβηθησόμεθα ἐν τῷ ταράσσεσθαι τὴν γῆν καὶ μετατίθεσθαι ὄρη ἐν καρδίαις θαλασσῶν. 
4 ἤχησαν καὶ ἐταράχθησαν τὰ ὕδατα αὐτῶν, ἐταράχθησαν τὰ ὄρη ἐν τῇ κραταιότητι αὐτοῦ. (διάψαλμα). 5 τοῦ ποταμοῦ τὰ ὁρμήματα εὐφραίνουσι τὴν πόλιν τοῦ Θεοῦ· ἡγίασε τὸ σκήνωμα αὐτοῦ ὁ Ὕψιστος. 6 ὁ Θεὸς ἐν μέσῳ αὐτῆς καὶ οὐ σαλευθήσεται· βοηθήσει αὐτῇ ὁ Θεὸς τὸ πρὸς πρωΐ πρωΐ. 
7 ἐταράχθησαν ἔθνη, ἔκλιναν βασιλεῖαι· ἔδωκε φωνὴν αὐτοῦ, ἐσαλεύθη ἡ γῆ. 8 Κύριος τῶν δυνάμεων μεθ’ ἡμῶν, ἀντιλήπτωρ ἡμῶν ὁ Θεὸς Ἰακώβ. (διάψαλμα). 9 δεῦτε καὶ ἴδετε τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, ἃ ἔθετο τέρατα ἐπὶ τῆς γῆς.
10 ἀνταναιρῶν πολέμους μέχρι τῶν περάτων τῆς γῆς τόξον συντρίψει καὶ συνθλάσει ὅπλον καὶ θυρεοὺς κατακαύσει ἐν πυρί. 11 σχολάσατε καὶ γνῶτε ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Θεός· ὑψωθήσομαι ἐν τοῖς ἔθνεσιν, ὑψωθήσομαι ἐν τῇ γῇ. 12 Κύριος τῶν δυνάμεων μεθ’ ἡμῶν, ἀντιλήπτωρ ἡμῶν ὁ Θεὸς Ἰακώβ.

Προσευχές γιά τήν ἀπαλλαγή ἀπό τήν Κατάθλιψη καί τά ποικίλα ψυχολογικά νοσήματα.

Εὐχή ἐκτενής
Δέσποτα Πολυέλεε, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Ἰατρέ τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων ἡμῶν, ἐλθέ καί θεράπευσον καί ἐμέ τόν ἀχρεῖον δοῦλον σου. Ἐμακρύνθην ἀπό Σοῦ. Ἐπλήγωσα τήν Ἀγαθότητα καί τήν Ἀγάπην Σου. 
Ἥμαρτον εἰς τόν Οὐρανόν καί ἐνώπιόν Σου. Πάσας τάς ἀνομίας διέπραξα. Ὅλος κεῖμαι στερημένος πάσης ἀρετῆς καί ὑγείας ψυχικῆς καί σωματικῆς. Τό σῶμα μου ἠσθένησε. Ἡ ψυχή ἐκακώθη. Τό πνεῦμα ἀδυνατεῖ. 
Ἡ βούλησις ἐξετράπη. Τά πάντα συμπνίγονται καί πάσχουν ἐντός μου. Κατέβην ἕως «Ἅδου κατωτάτου». Λύτρωσαί με Κύριε ἀπό τόν ψυχικόν πνιγμόν τόν ὁδυνηρόν καί τό βάρος τῆς καρδίας τό καταθλίβον με δικαίως. 
Πάσας τάς ἁμαρτίας διέπραξα. Αὗται πολεμοῦσι με. Αὗται ἐμποιοῦσι μοι τόν ἀφόρητον τοῦτον βάσανον. Ἐλέησόν με Κύριε. Μόνος ἐγώ πταίω διά τήν τοιαύτην ἐρήμωσιν καί καταστροφήν τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματός μου. 
Ὁ ἐγωισμός μέ ἐκυρίευσε. Ἡ ἀμέλεια μέ αἰχμαλώτισε. Ἡ ἀκηδία μέ ἐνέκρωσε. Συγχώρησόν μοι Κύριε καί θεράπευσον τήν ἀθλίαν ψυχήν μου.
 Ἀπέλασον μακράν ἀπ’ ἐμοῦ τό πονηρόν πνεῦμα τό ἐμποιοῦν ἐμοί τόν τοῦτον τόν ἀφόρητον πνιγμόν τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος. Ἀπομάκρυνον ἀπ’ ἐμοῦ τό βάρος τό καταθλῖβον τήν καρδίαν μου.
 Ἐλευθέρωσον μου τήν ψυχήν  καί τό σῶμα, ἀπό πάσης ἀμελίας, ἀκηδίας, φυσιώσεως, μετεωρισμοῦ, καταθλίψεως, ἀπελπισίας, ἀδιαφορίας, ἀναισθησίας, ἀπογνώσεως καί νεκρώσεως.
 Ἐγώ αὐτοπροαιρέτως ἐνέβαλλον τήν ψυχή μου εἰς ὅλα ταῦτα. Συγχώρησόν μου Κύριε τά πλήθη τῶν ἁμαρτημάτων. Θεράπευσον με ἀπό τοῦ πλήθους τῶν παθῶν μου. Δός Κύριε ἵνα μή σέ λυπήσω ποτέ πλέον ἕνεκα τῶν παθῶν τῶν κυριευσάντων τήν ἀθλίαν ψυχή μου. Ἆρον ἀπ’ ἐμοῦ τόν κλοιόν τόν βαρύν τόν τῆς ἁμαρτίας. Ἀποδίωξον ἀπ’ ἐμοῦ πάντα ἐχθρόν καί πολέμιον. 
Εἰρήνευσόν μου Κύριε τήν ζωήν καί τήν ψυχήν. Καθάρισόν με ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος. Ὅπως δυνηθῶ ἐκφυγεῖν ἀπό τά πονηρά πνεύματα τά ἐμποιοῦντα ἐμοί τό σκότος καί τόν ζόφον, τήν ἀπόγνωσιν καί τήν κόλασιν. Ἀνόρθωσόν με ἀπό κλίνης ὀδυνηρᾶς καί στρωμνῆς κακώσεως.
 Ἡ κατάθλιψις καί ὁ φόβος καί ἡ αἰχμαλωσία τῶν λογισμῶν μου ἀποστραφήτωσαν ἀπ’ ἐμοῦ. Κύριε γεννηθήτω Σοι ὡς θέλεις. Εὐδοκίᾳ τῆς Σῆς Ἀγαθότητος συντριβήτωσαν οἱ ἐχθροί μου καί ὁ παλαιός ἄνθρωπος σύν τοῖς πάθεσιν καί ταῖς ἐπιθυμίαις αὐτοῦ. 
Γένοιτο Κύριε τό θέλημα Σου ἐπ’ ἐμοί ὥστε χαίρων καί ἀγαλλόμενος, ἄλυπος καί φαιδρῷ τῷ προσώπῳ ἀκολουθῶ Σε καί δοξάζω Σε, ὑμνῶ καί εὐλογῶ Σε εἰς πάντας τούς αἰώνας. Ἐπίσκεψε καί ἐνίσχυσόν με διά τῆς Προνοητικῆς Δυνάμεώς Σου ἵνα Σέ δοξάζω καί ψάλλω, Σέ τόν Εὔσπλαχνον Κύριον σύν τῷ Πατρί καί τῷ Πνεύματι εἰς τούς αἰώνας. 
Σύ εἶ ὁ Παρακλήτωρ μου σύν τῷ Πανυπερπολυευσπλάχνῳ Πατρί καί τῷ Παναγίῳ Παρακλήτῳ Πνεύματι ἐν πάσαις ταῖς θλίψεσιν ταῖς εὑρούσαις με πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου.
 Ἐλέησόν με Κύριε καί συγχώρησόν μοι τόν καταθλιμμένον καί κεκακωμένον ψυχῇ καί σώματι. Σύ εἶ ἡ Χαρά καί τό Φῶς, ἡ Ἀνάστασις καί ἡ Ζωή, τό Ἔαρ καί τό Πάσχα ἡμῶν τό Εὐφρόσυνον. 
Σύ ἐπηγγείλω ὑμῖν τό: «οὐ μή σέ ἀνῶ οὐδ’ οὐ μή σέ ἐγκαταλείπω». Σύ εἶ Ὅστις κατῆλθες «ἕως Ἅδου ταμείων» ἀναζητῶν τό ἀπολωλός πρόβατον, τουτέστιν ἐμέ. Ἐλέησόν με Κύριε διά πρεσβειῶν τῆς Παναχράντου Σου Μητρός, τῆς Πανυπερευλογημένης Χαρᾶς Πάντων, δυνάμει τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σου σταυροῦ τοῦ Ξύλου τῆς Ζωῆς, προστασίαις τῶν Τιμίων ἐπουρανίων Δυνάμεων Ἀσωμάτων, πρεσβείαις τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων Μιχαήλ καί Γαβριήλ, πρεσβείαις τῶν Ἁγίων ἐνδόξων καί πανευφήμων Ἀποστόλων, τῶν Ἁγίων ἐνδόξων καί καλλινίκων Μαρτύρων, τῶν Ὁσίων καί Θεοφόρων  Πατέρων ἡμῶν, καί Πάντων Σου τῶν Ἁγίων, Ἀμήν.

Ἔτι καί ἄλλη εὐχή ἁπλουστέρα:

Δέσποτα Πολυέλεε, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Ἰατρέ τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων ἡμῶν, ἐλθέ καί θεράπευσον καί ἐμέ τόν ἀχρεῖον δοῦλον σου. Ἐμακρύνθην ἀπό Σοῦ. Ἐπλήγωσα τήν Ἀγαθότητα καί τήν Ἀγάπην Σου.
 Ἥμαρτον εἰς τόν Οὐρανόν καί ἐνώπιόν Σου. Πάσας τάς ἀνομίας διέπραξα. Ὅλος κεῖμαι στερημένος πάσης ἀρετῆς καί ὑγείας. Τό σῶμα μου ἠσθένησε. Ἡ ψυχή ἐκακώθη. Τό πνεῦμα ἀδυνατεῖ. Ἡ βούληση ἐξετράπη. 
Τά πάντα συμπνίγονται καί πάσχουν ἐντός μου. Λύτρωσαί με Κύριε ἀπό αὐτόν τόν ψυχικόν πνιγμόν πού δικαίως βιώνω. Οἱ πολλές μου ἁμαρτίες τόν προξένησαν. Ἐγώ πταίω διά τήν τοιαύτην ἐρήμωσιν καί καταστροφήν τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματός μου.
 Ὁ ἐγωισμός μέ ἐκυρίευσε. Ἡ ἀμέλεια μέ αἰχμαλώτισε. Ἡ ἀκηδία μέ ἐνέκρωσε. Συγχώρησόν μοι Κύριε καί θεράπευσον τήν ἀθλίαν ψυχήν μου. Ἀπέλασον μακράν ἀπ’ ἐμοῦ τό πονηρόν πνεῦμα τό ἐμποιοῦν ἐν ἐμοί τοῦτον τόν ἀφόρητον πνιγμόν τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος. Ἀπομάκρυνον τό βάρος ἐκ τῆς καρδίας μου.
 Ἐλευθέρωσον ψυχή καί σῶμα ἀπό τήν ἀκηδία, τήν ἀπόγνωση, τήν νέκρωσιν. Ἐγώ αὐτοπροαιρέτως ἐνέβαλλον τήν ψυχή μου εἰς ὅλα ταῦτα. Συγχώρησόν μου Κύριε τά πλήθη τῶν ἁμαρτημάτων. Θεράπευσον με ἀπό τά πλήθη τῶν παθῶν. Κάνε Κύριε νά μήν σέ ξαναλυπήσω μέ ἁμαρτίες καί πάθη ἐνεργούμενα ἐντός μου. 
Ἆρον ἀπ’ ἐμοῦ τόν κλοιόν τόν βαρύν τόν τῆς ἁμαρτίας. Ἀποδίωξον ἀπ’ ἐμοῦ πάντα ἐχθρόν καί πολέμιον. Εἰρήνευσόν μου Κύριε τήν ζωήν καί τήν ψυχήν. Καθάρισόν με ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος. 
Ὅπως δυνηθῶ ἐκφυγεῖν ἀπό τά πονηρά πνεύματα τά ἐμποιοῦντα ἐμοί τό σκότος καί τόν ζόφον καί τήν ἀπόγνωσιν καί τήν κόλασιν. Ἀνόρθωσέ με ἀπό κλίνης ὀδυνηρᾶς καί στρωμνῆς κακώσεως. 
Ἡ κατάθλιψις καί ὁ φόβος καί ἡ αἰχμαλωσία στούς λογισμούς μου ἄς μή μέ καταλάβουν ποτέ πλέον. Ἄν εἶναι αὐτό Κύριε τό δικό Σου θέλημα. Ἔτσι ὥστε χαίρων καί ἀγαλλώμενος νά Σέ δοξάζω καί νά Σέ ὑμνῶ καί νά ψάλλω τήν Εὐσπλαχνία Σου νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας. 
Νά δοξάζω καί τόν Πατέρα καί τό Πανάγιον Πνεῦμα, τούς Παρακλήτορας πάντων τῶν ἀνθρώπων εἰς τούς αἰώνας. Ἐλέησόν με Κύριε καί συγχώρησόν μοι τόν καταθλιμμένον καί κεκακωμένον ψυχικῶς καί σωματικῶς, Ἐσύ πού εἶσαι ἡ Χαρά καί τό Φῶς καί ἡ Ἀνάστασις καί τό Πάσχα Ἡμῶν τό Εὐφρόσυνον.
 Ἐσύ πού μᾶς ὑποσχέθηκες «οὐ μή σέ ἀνῶ οὐδ’ οὐ μή σέ ἐγκαταλείπω». Ἐσύ ὁ Ὁποῖος κατῆλθες «ἕως Ἅδου ταμείων» ἀναζητῶν τό ἀπολωλός πρόβατον, τουτέστιν ἐμέ. Ἐλέησόν με Κύριε διά πρεσβειῶν τῆς Παναχράντου Σου Μητρός, τῆς Χαρᾶς Πάντων καί Πάντων Σου τῶν Ἁγίων, Ἀμήν.
  
 Ἔτι καί ἑτέρα εὐχή:

Δέσποτα Πολυέλεε Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με καί καθάρισόν με ἀπό πάσης μελαγχολίας καί ταραχῆς καί δειλίας. Ἀπάλλαξόν με ἀπό τοῦ ψυχικοῦ πνιγμοῦ καί τῆς δαιμονιώδους θλίψεως, ἥν αἰσθάνομαι ἐν τῷ σώματι καί ἐν τῇ ψυχῇ μου. 
Σύ εἶ ἡ Χαρά ἡμῶν καί ἡ Ἐλπίς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς καί τῶν ἐν θαλάσσῃ μακράν. Ἵλεως γενοῦ μοι Δέσποτα ἐπί ταῖς ἁμαρτίαις μου. Ἇρον ἀπ’ ἐμοῦ τόν κλειόν τόν βαρύν τόν τῆς ἁμαρτίας καί τῆς ἀπογνώσεως. 
Ἀπέλασον πάσαν μελαγχολίαν καί ἀκηδίαν μακράν ἀπ’ ἐμοῦ. Στερέωσόν με ἐν τῇ ἀγάπη τῇ Σῇ καί τῇ ἀκαταισχύντῳ ἐλπίδι καί τῇ ἀκραδάντῷ πίστει τῇ εἰς Σέ, διά πρεσβειῶν τῆς Παναχράντου Σου Μητρός καί πάντων Σου τῶν Ἁγίων, Ἀμήν.
Ὁ ἅγιος Γεράσιμος ὁ Νέος ὁ ἐν Κεφαλληνίᾳ προστάτης τῶν δαιμονιζομένων καί τῶν ψυχοπαθῶν.
Ὁ ὅσιος Γεράσιμος ὁ Νέος ἀπό τήν Κεφαλληνία εἶναι ὁ προστάτης ἅγιος γιά τούς πάσχοντας ἀπό δαιμόνια καί τούς ψυχοπαθεῖς. Εἶναι ὁ πολιοῦχος τῆς Κεφαλλονιᾶς. Γεννήθηκε στά 1509 στά Τρίκαλα τῆς Κορινθίας. 
Ὕστερα ἀπό πολλές περιπλανήσεις στήν Κωνσταντινούπολη, τό Ἅγιον Ὅρος, τά Ἱεροσόλυμα, τό Σινᾶ, τήν Αἴγυπτο, τήν Κρήτη καί τήν Ζάκυνθο (ὅπου ἔζησε ἔξι χρόνια σέ μία σπηλιά), κατέληξε στήν Κεφαλλονιά ὅπου ἵδρυσε τό γυναικεῖο μοναστήρι Νέα Ἱερουσαλήμ καί ἀσκήτεψε ἐκεῖ μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του.
 Ἐκοιμήθη τόν Δεκαπενταύγουστο τοῦ 1579. Στό μοναστήρι του  σώζεται καί τό ἅγιο λείψανό του ἀκέραιο, ζεστό καί εὐωδιάζον. Ὁ Ἅγιος εἶναι θεραπευτής πολλῶν παθήσεων, ἀλλά κυρίως τῶν ψυχικῶν. 
Γιά τήν ἀκρίβεια εἶναι ἐκεῖνος πού γιατρεύει τούς δαιμονισμένους, καθώς καί τούς πάσχοντας ἀπό διάφορες ψυχικές παθήσεις. Οἱ θεραπεῖες αὐτές συχνά γίνονται μέ πέρασμα τοῦ ἱεροῦ σκηνώματος τοῦ Ἁγίου, πάνω ἀπό τούς ἀσθενεῖς, τίς ἡμέρες πού ἑορτάζει ὁ Ἅγιος (ἑορτάζει 16 Αυγούστου και 20 Ὀκτωβρίου).

ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ Τῼ ΘΕῼ ΔΟΞΑ!
Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο: 
ΤΑ ΠΑΘΗ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ -ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΠΩΣ ΘΕΡΑΠΕΥΟΝΤΑΙ 

(Ἱερομ. Σάββα Ἁγιορείτου)
πηγή

Δευτέρα, Ιανουαρίου 15, 2018

Γιατί ἡ ψυχὴ μοιάζει μὲ τὴ μυλόπετρα;


Ἅγιος Κασσιανὸς ὁ Ρωμαῖος
Ὁ Ἀββᾶς Κασσιανὸς ταξιδεύει στὴν ἔρημο τῆς Αἰγύπτου καὶ συνομιλεῖ μὲ τὸν Ἀββᾶ Μωυσῆ καὶ τὸν ρωτᾶ γιατί ἡ ψυχὴ μοιάζει μὲ μυλόπετρα.
Αὐτὴ τὴν ἐσωτερικὴ ἐργασία τὴν καταλαβαίνουμε καλύτερα ἂν παρομοιάσουμε τὴν ψυχὴ μὲ μία μυλόπετρα, τὴν ὁποία γυρίζει τὸ ρεῦμα τοῦ νεροῦ συνεχῶς γύρω ἀπὸ τὸν ἄξονά της, καὶ ἡ ὁποία ποτὲ δὲν σταματάει νὰ γυρίζει ἐνόσῳ τὸ νερὸ τρέχει. Ἀλλὰ ὁ μυλωνὰς ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ ἀποφασίσει ἂν θὰ ἀλέσει σιτάρι, βρώμη ἢ ζιζάνια. Ὁ μύλος ὑποχρεώνεται νὰ ἀλέσει ὅ,τι τοῦ ρίχνει ὁ μυλωνᾶς.
Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Μέσα στὶς δοκιμασίες τῆς ζωῆς μπαίνει ἡ ψυχὴ σὲ κίνηση ἀπὸ τοὺς χειμάρρους τῶν πειρασμῶν ποὺ τὴν κατακλύζουν καὶ δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὸ ρεῦμα τῶν λογισμῶν.
Ἡ ἴδια ὅμως ἡ ψυχή, μὲ τὸν ἀγώνα της καὶ μὲ τὴν προσοχή της, φροντίζει γιὰ τὸ εἶδος τῶν λογισμῶν ποὺ πρέπει νὰ δέχεται ἢ νὰ ἀπορρίπτει. Διότι, ὅπως εἴπαμε παραπάνω, ἐὰν διαρκῶς φέρνουμε στὴ μνήμη μας τὶς Θεῖες Γραφὲς καὶ ἂν ἀνεβάζουμε τὸ νοῦ μας ψηλά, ὥστε νὰ ἀσχολεῖται μὲ πνευματικὰ πράγματα καὶ νὰ ἐπιθυμεῖ τὴν τελειότητα καὶ τὴ μέλλουσα μακαριότητα, ἑπόμενο εἶναι ὅτι ἀπ’ αὐτὴ τὴν πνευματικὴ ἐνασχόληση τοῦ νοῦ μας, θὰ μᾶς ἔρχονται καὶ πνευματικοὶ λογισμοί. Καὶ αὐτοὶ οἱ λογισμοὶ θὰ κάνουν τὸν νοῦ νὰ ἐντρυφᾶ σὲ ὅ,τι εἶχε πρὶν μελετήσει.
Ἂν ὅμως μᾶς καταλάβει ἡ ὀκνηρία καὶ ἡ ἀπροσεξία, κι ἂν ξοδεύουμε τὸν καιρό μας σὲ ἄσκοπη φλυαρία ἢ ἂν μπλέξουμε στὶς μέριμνες τούτου τοῦ κόσμου καὶ στὶς μάταιες ἐπιθυμίες, τότε θὰ ξεφυτρώσουν ζιζάνια, τὰ ὁποῖα στὴ συνέχεια θὰ ἁπλωθοῦν καταστρεπτικὰ στὴν καρδιά μας. Καὶ τότε, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος καὶ Σωτήρας μας, ἐκεῖ ὅπου εἶναι ὁ θησαυρὸς τῶν ἔργων μας καὶ τῶν ἐπιδιώξεών μας, ἐκεῖ θὰ βρίσκεται καὶ ἡ καρδιά μας (Ματθ. 6, 21).
Συνομιλίες μὲ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐρήμου, Τόμος Α΄, Ἐκδόσεις Ετοιμασία

Κυριακή, Νοεμβρίου 06, 2016

Όταν η αγάπη του λαϊκού διδάσκει τον πνευματικό


Ήταν ένα ζευγάρι άτεκνο. Και οι δύο με κοινό πνευματικό και θρησκευόμενοι.

Οπότε η σύζυγος, εγκαταλείπει τον σύζυγο γιατί δεν της έκανε παιδιά. Δεν δίνει καμιά ευκαιρία στον γάμο της, πού ήταν μάλιστα και ο δεύτερος γάμος της!

Σκοπός της και θέλημα της να κάνει παιδιά. Τον διώχνει από το σπίτι λοιπόν, αλλά δέχεται και να την συντηρεί, ασχέτως αν δεν τον παραδέχοταν για άντρα της.

Ο σύζυγος να την παρακαλεί, να βάζει μεσίτη τον πνευματικό, αλλά και να την συντηρεί οικονομικά χωρίς να γογγύζει. Αυτή εκμυστηρεύεται στον πνευματικό, μετά από πολλά, ότι κατάφερε να μείνει έγκυος από έναν άλλο, εκτός γάμου και πάει για τρίτο γάμο!

Θρησκευόμενη και δεν κατανόησε πώς σκοπός του γάμου δεν είναι μόνο η παιδοποιία. Τα λεφτά εν τω μεταξύ τα λάμβανε κανονικά από τον κανονικό της σύζυγο, εν πλήρει αναισθησία.  


Οπότε ασθενεί η κυρία αυτή και κινδυνεύει μάνα και παιδί. 

Ο κανονικός σύζυγος ζητά την προσευχή του πνευματικού! 
Ο πνευματικός του απαντά πώς δικαίως δοκιμάζεται αυτή γιατί το άδικο δεν το ευλογεί ο Θεός. 
Και τί λέει τότε ο απατημένος άνθρωπος πλην ευλογημένος:

Για εκείνη παρακαλώ, αλλά και για το παιδάκι!

 Πονούσε το ξένο παιδάκι πού ήταν απόδειξη της απάτης και της κακίας της συζύγου του! 
Κόκκαλο ο πνευματικός!
 Διδάχτηκε από το πνευματικοπαίδι! 

Γι αυτό και οι γέροντες λένε: Τί καλό θα ήταν κάποτε να διδασκόμαστε από τις αρετές των κοσμικών, και να αποφεύγουμε τις "αρετές" των χριστιανών. 
από ψυχωφελές βιβλίο
(πραγματικό περιστατικό)


πηγή: www.vimaorthodoxias.gr



το είδαμε εδώ

Τρίτη, Οκτωβρίου 18, 2016

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς. Σκέψεις στον καθρέπτη. ΚΑΙΝ, ΑΒΕΛ ΣΑΟΥΛ, ΔΑΥΙΔ ΙΟΥΔΑΣ.





Λίγοι είναι οι νέοι άνθρωποι στήν κοινωνία μας πού θα μπορούσαν να περάσουν μια ολόκληρη μέρα χωρίς ευτελείς καί αισχρές σκέψεις.
 Λίγοι είναι οι γηραιότεροι πού οι καθημερινές τους σκέψεις θα ήταν σκέψεις σοφίας.
 Λίγες είναι οι γυναίκες των όποιων όλες οι σκέψεις είναι σκέψεις πίστης στον άνδρα τους καί φροντίδας γιά τά παιδιά τους. 
Λίγοι είναι οι αγαθοεργοί των όποιων οι σκέψεις δε θα ήταν γεμάτες από κενοδοξία. 
Λίγοι είναι οι συγγραφείς καί οι καλλιτέχνες των όποιων οι σκέψεις δεν είναι δηλητηριασμένες από τή μανία τού μεγαλείου.


«Οι σκέψεις είναι αθώο πράγμα», θα πει κάποιος. 
«Οι σκέψεις δεν είναι ακόμα έργο καί οι άνθρωποι κρίνονται από τά έργα τους». 
Δεν είναι έτσι, αδελφοί, ασφαλώς καί δεν είναι. 
Οι σκέψεις είναι πρωτοβουλία των έργων. 
Οι σκέψεις μάς δίνουν τόν παλμό καί την κατεύθυνση των έργων μας.
 Ή πονηρή σκέψη είναι αρχή τού κακού στον κόσμο. 
Ή βρώμικη σκέψη λερώνει τό νου, την καρδιά, τή γλώσσα καί τά χέρια.


Ό Κάιν σκέφθηκε πώς θα ήταν ευτυχέστερος χωρίς τόν ενάρετο αδελφό του ’Άβελ. 
Αυτή ή αισχρή σκέψη τού λέρωσε αρχικά τό νου,
 κατόπιν την καρδιά, 
μετά τή γλώσσα 
καί τέλος τά χέρια.


Ό Βασιλιάς Σαούλ εξυμνούσε τόν Δαυίδ, όταν έπαιζε την άρπα μπροστά του, αλλά μια σκέψη ότι ό Δαυίδ είναι καλύτερος καί δημοφιλέστερος άπ’ αυτόν συννέφιασε στον Σαούλ ολόκληρο τό νου, τού γέμισε την καρδιά μέ δίψα γιά αίμα, καί τού κατέστησε τή ζωή θεομίσητη.


Ό Δαυίδ βλέπει μια μέρα τή γυναίκα του έπαρχου του.
 Τό βλέμμα του ακολούθησε ή αμαρτωλή σκέψη, 
την αμαρτωλή σκέψη ή αμαρτωλή λαγνεία,
 καί την αμαρτωλή λαγνεία τό αίμα ενός αθώου.


Ό Ιούδας σκεφτόταν την προδοσία πριν πράξει την προδοσία.
 Ή προδοσία του ξεκίνησε από τή σκέψη του γιά την προδοσία. 
Χωρίς την αισχρή σκέψη δε θα υπήρχε ούτε καί ή αισχρή πράξη του Ιούδα.
Ό Ιούδας αυτοκτόνησε τότε, όταν είδε την προδοτική του σκέψη πραγματοποιημένη.
 ’Αν μπορούσε να δει αυτή τή σκέψη του στον καθρέπτη πριν την πραγματοποίησή της, θα φοβόταν μ’ αυτή τή σκέψη καί θα απομακρυνόταν, όπως φοβήθηκε καί απομακρύνθηκε όταν την είδε πραγματοποιημένη.


Καί ό Δαυίδ θα φοβόταν καί θα απομακρυνόταν από την αισχρή σχέση μέ τή γυναίκα τού άλλου καί από τό έγκλημά του, αν εγκαίρως μπορούσε να δει στον καθρέπτη πώς φαίνεται ή φιλήδονη σκέψη του γιά την ξένη γυναίκα καί επίσης τό έγκλημα πού σκέφθηκε ενάντια στον νόμιμο σύζυγο αυτής της γυναίκας.




Μπροστά σ’ έναν τέτοιο μαγικό καθρέπτη των σκέψεων, θα απομακρύνονταν από τά εγκλήματα τους καί ό Σαούλ καί ό Κάιν.
Όσο μια κακή σκέψη είναι ασαφής καί σκοτεινή, τόσο δε μας φαίνεται πολύ φοβερή. Μάς γίνεται φοβερή όταν μάς είναι σαφής. 
Όμως δυστυχώς, πολλές κακές σκέψεις μας γίνονται σαφείς όχι πριν, αλλά μόλις αρχίζουμε να τις πράττουμε.
 Οι κακές πράξεις μ’ αυτόν τόν τρόπο αντικαθρεφτίζουν τις κακές σκέψεις. Στις πράξεις βλέπουμε πλήρως την ποιότητα καί τό εύρος μιας σκέψης, πού γιά πολύ καιρό περνούν μέσα στο σκοτάδι τού ασυνείδητου, στο μισοσκόταδο της συνείδησής μας.
 Σα να είμαστε σε θέση πολλές από τις σκέψεις μας να τις λογοκρίνουμε καί να τις πνίξουμε πριν αναπτυχθούν καί ακμάσουν πάνω μας, σπρώχνοντάς μας καταναγκαστικά να τις κάνουμε πράξεις!


  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΟΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ.  ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ . ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΡΡΗΣΙΑ.

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...