Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

Η Αθήνα δεν βλέπει τι γίνεται στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων; Ότι στα μουλωχτά ξεπουλιέται η περιουσία του



Μέχρι πότε θα μένει απαθής η Αθήνα στην επιχείρηση υπονόμευσης της υπερχιλιόχρονης ελληνικής παρουσίας στα Ιεροσόλυμα και στους Αγίους Τόπους; Πλέον, όσοι επιβουλεύονται την ελληνική παρουσία στοχοποιούν ευθέως την Ελλάδα με όσα καταμαρτυρούν στον Πατριάρχη Θεόφιλο.

Η Αθήνα, όταν βλέπει ότι η ελληνική σημαία κακοποιείται στις διαδηλώσεις εναντίον του Θεόφιλου, οφείλει να αντιδράσει και τουλάχιστον να ζητήσει εξηγήσεις από το Πατριαρχείο για την εκποίηση τεράστιων εκτάσεων σε Ιεροσόλυμα και Καισάρεια σε αγνώστου ταυτότητας εταιρείες. Να θυμίσουμε ότι ο λόγος που εκδιώχθηκε ο προηγούμενος Πατριάρχης Ειρηναίος ήταν η πώληση δύο ιστορικών ξενοδοχείων στην παλιά πόλη των Ιεροσολύμων και ενοικίαση για 99 χρόνια εκτάσεων σε εβραίους επενδυτές.

Όταν, όμως, κλείνουν τα μάτια επειδή ο κ. Θεόφιλος παρασημοφόρησε τον Αλ. Τσίπρα και επειδή ίσως η ισραηλινή κυβέρνηση θέλει να περάσει στα μουλωχτά η εκποίηση της περιουσίας του Πατριαρχείου, που είναι ένας από τους μεγαλύτερους ιδιοκτήτες γης στα Ιεροσόλυμα, αυτό αποτελεί απλώς υπονόμευση των εθνικών συμφερόντων…

***


Ο εξωφρενικός
exofrenikos@hotmail.com
πηγή

Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

Ἡ ἑλληνικὴ ὅμως γλῶσσα ἔχει «γλῶσσα» ἀπὸ τὶς πύρινες Γλῶσσες τῆς Πεντηκοστῆς

Ἁγίου Παϊσίου
– Γέροντα, γιατί κατήργησαν τοὺς τόνους ἀπὸ τὴ γραμματική;
– Τώρα, ὅπως οἱ ἄνθρωποι δὲν σηκώνουν τίποτε καὶ τὰ πετοῦν ὅλα, ἔτσι καὶ τὰ γράμματα δὲν σηκώνουν τίποτε, οὔτε ὀξεῖες οὔτε περισπωμένες! Καὶ ὅπως ὅλοι τρέχουν, δὲν βάζουν οὔτε τελεία!
Βλέπω μία γλώσσα ποὺ γράφουν μερικοί! Διάβαζα σὲ μία μετάφραση τῆς Καινῆς Διαθήκης: «Ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο κάλεσα τὸν γιό μου». Δὲν ταιριάζει, βρὲ παιδί! Δὲν ξεχωρίζει τὸ ἱερὸ ἀπὸ τὸ ἀνίερο! Γράφουν ἔτσι, δῆθεν γιὰ νὰ εἶναι ὅλα ἴδια, νὰ ὑπάρχη ὁμοιομορφία στὴ γλώσσα. Ποιός, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸ πιὸ τελευταῖο χωριό, δὲν θὰ καταλάβαινε, ἂν ἔγραφε «τὸν υἱόν μου»; Ἄκουσα μία φορὰ στὸ Ἅγιον Ὂρος σὲ μία ἀνάγνωση: «Τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ ποὺ κάνουν τὴ Μεταλαβιά». Δὲν ταιριάζει· πῶς νὰ τὸ κάνουμε; Ποιὸς δὲν ξέρει τί θὰ πῆ «ἄρτος» καὶ «οἶνος»;
– Λένε, Γέροντα, ὅτι θὰ ἀντικαταστήσουν τὸ ἑλληνικὸ ἀλφάβητο μὲ τὸ λατινικό.
– Ἂσ’ τά, δὲν θὰ σταθοῦν αὐτά· δὲν θὰ σταθοῦν.
Εὐτυχῶς ποὺ ὁ Θεὸς καὶ ἀπὸ τὸ στραβὸ καὶ ἀπὸ τὸ κακὸ βγάζει καλό, ἀλλιῶς θὰ ἤμασταν χαμένοι.
Δὲν χάθηκε ἡ Παράδοση, ἡ γλώσσα τότε ποὺ τὰ εἶχαν ὅλα σὲ χειρόγραφα καὶ δὲν ὑπῆρχαν οὔτε φωτοτυπικὰ οὔτε τίποτε καὶ θὰ χαθῆ τώρα ποὺ βγῆκαν τόσα μέσα;
Ὄχι, δὲν πρόκειται νὰ χαθῆ, ὅ,τι καὶ νὰ κάνουν οἱ ἄνθρωποι. Βλέπετε καὶ οἱ Ρῶσοι πρόσφυγες πῶς κράτησαν τὰ ἔθιμά τους! Αὐτὸ ποὺ τοὺς βοήθησε ἦταν ποὺ ἤξεραν τὴν ποντιακὴ γλώσσα.
Κράτησαν ἔτσι τὴν Παράδοση μέσα τους. Ἀλλά, παρ’ ὅλο ποὺ τοὺς δόθηκε λίγη ἐλευθερία, ἔφυγαν ἀπὸ τὴ Ρωσία, γιὰ νὰ βροῦν ἐλευθερία, γιατί καὶ πάλι ἦταν σὰν ἕνα πουλάκι ποὺ τὸ ἔβγαλαν ἀπὸ τὸ κλουβὶ καὶ τὸ ἄφησαν μέσα στὸ δωμάτιο ἐλεύθερο. Δὲν θὰ στενοχωριόταν καὶ ἐκεῖ; Φαντασθῆτε πῶς ἦταν πρὶν οἱ καημένοι!
Εἶναι καὶ μερικοὶ ποὺ πᾶνε νὰ κάνουν μία νέα γλώσσα. Ἡ ἑλληνικὴ ὅμως γλώσσα ἔχει «γλώσσα» ἀπὸ τὶς πύρινες Γλῶσσες τῆς Πεντηκοστῆς! Τὸ δόγμα τῆς πίστεώς μας καμμιὰ γλώσσα δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἀποδώση. Γι’ αὐτὸ οἰκονόμησε ὁ Θεὸς καὶ ἡ Παλαιὰ Διαθήκη μεταφράσθηκε ἀπὸ τοὺς Ἑβδομήκοντα στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα καὶ τὸ Εὐαγγέλιο γράφτηκε στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα.
Ἂν δὲν ξέρη Ἀρχαῖα Ἑλληνικὰ κανεὶς καὶ ἀσχολῆται μὲ τὸ δόγμα, μπορεῖ νὰ πλανηθῆ. Καὶ ἐμεῖς καταργήσαμε τὰ Ἀρχαῖα ἀπὸ τὰ σχολεῖα! Μετὰ ἀπὸ λίγο θὰ ἔρχονται Γερμανοὶ νὰ διδάσκουν Ἀρχαῖα στὰ δικά μας Πανεπιστήμια. Τότε θὰ καταλάβουν οἱ δικοί μας τὴν ἀξία ποὺ ἔχουν τὰ Ἀρχαῖα Ἑλληνικά, ἀφοῦ πρῶτα γίνουν ρεζίλι, καὶ θὰ ποῦν: «Γιὰ δὲς ἡ Ἐκκλησία ποὺ κρατοῦσε τὰ Ἀρχαῖα»!
Πᾶνε νὰ ἐξαφανίσουν ἕνα ὀρθόδοξο ἔθνος. Ξέρετε τί σημαίνει αὐτό; Ἕνα ὀρθόδοξο ἔθνος σήμερα εἶναι μεγάλη ὑπόθεση! Παλιὰ εἴχαμε τὴ φιλοσοφία. Ἡ Ἁγία Αἰκατερίνη μὲ βάση τὴ φιλοσοφία ἀποστόμωσε τοὺς φιλοσόφους. Οἱ φιλόσοφοι ἑτοίμασαν τὸν δρόμο γιὰ τὸν Χριστιανισμό. Τὸ Εὐαγγέλιο γράφτηκε στὰ ἑλληνικὰ καὶ διαδόθηκε στὸν κόσμο. Μετὰ οἱ Ἕλληνες προχώρησαν νὰ φωτίσουν καὶ τοὺς Σλαύους. Σὲ μερικοὺς δὲν συμφέρει νὰ ὑπάρχη ἡ Ἑλλάδα. «Μᾶς κάνει κακό, λένε. Πρέπει νὰ τὴν ἐξαφανίσουμε»!

Λουκ. 5,1-11. Ματθ. 4,18-22.Θέμα: Μακρὰν καὶ πλησίον τοῦ Χριστοῦ





Λουκ. 5,1-11. Ματθ. 4,18-22. Μάρκ. 1,16-20


Οἱ 5 ἢ 6 μαθηταὶ τοῦ Κυρίου, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ 3—4 ἠκολούθησαν Αὐτὸν κατὰ σύστασιν τοῦ Προδρόμου, ὡς εἴδομεν, ἔμειναν μετὰ τοῦ Ἰησοῦ, ἐφ' ὅσον ὁ Κύριος ἦτο εἰς τὴν Ἰουδαίαν καὶ Σαμάρειαν. Ἀναχωροῦν δὲ οὗτοι ἐκ τοῦ Κυρίου διὰ τὸ ἁλιευτικὸν των ἔργον, ὅταν ὁ Πρόδρομος παρεδόθη εἰς τὴν φυλακὴν καὶ ὁ Κύριος ἀνεχώρησε διὰ τὴν Γαλιλαίαν ἢ ἀνεχώρησαν οὗτοι διὰ τὸ ἁλιευτικὸν των ἔργον, ὅταν ὁ Κύριος περιώδευε τὴν Γαλιλαίαν. Ἤδη ὅμως, ὅτε ὁ Κύριος ἤρξατο ἐπισήμως τοῦ δημοσίου Αὐτοῦ ἔργου ἐν Καπερναούμ, καλεῖ 4 ἐξ αὐτῶν ὄχι ὅπως τὴν προηγουμένην φορὰν προσωρινῶς ἀλλὰ ὁριστικῶς. Ἡ πρώτη ἐκείνη κλῆσις ἦτο ἁπλῆ γνωριμία τοῦ Κυρίου μετ' αὐτῶν. Ἡ κλῆσις αὕτη ἔχει δύο φάσεις. Πρώτη εἶναι ἡ πλουσία ἄγρα τῶν ἰχθύων, τὴν ὁποίαν περιγράφει ὁ Λουκᾶς, ἡ δὲ δευτέρα φάσις εἶναι ἡ ὁριστικὴ κλῆσις αὐτῶν, τὴν ὁποίαν περιγράφουσιν οἱ Εὐαγγελισταὶ Ματθαῖος καὶ Μάρκος. Κατ' ἄλλους ὅμως τοποθετεῖται πρώτη ἡ κλῆσις καὶ ἔπειτα ἡ πλουσία ἄγρα. Ἂς ἴδωμεν.

Ἡ πλουσία ἄγρα τῶν ἰχθύων

Λουκᾶ 5, 1-11

Αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐγένετο ἐν τῷ τὸν ὄχλον ἐπικεῖσθαι αὐτῷ καὶ ἀκούειν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὸς ἦν ἐστὼς παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ». Ὅταν δηλαδὴ ὁ ὄχλος ἐπιθυμῶν νὰ ἀκούση τὸν λόγον Του συνωστίζετο πέριξ Αὐτοῦ καὶ ἐστενοχώρει Αὐτόν, Αὐτὸς δὲ ὁ Ἰησοῦς ἵστατο ὄρθιος καὶ ἐκήρυττε τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ πλησίον τῆς λίμνης Γεννησαρέτ, «εἶδεν πλοῖα δύο ἐστῶτα παρὰ τὴν λίμνην» ὁ Κύριος εἶδε δύο πλοῖα ἱστάμενα παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ. Τὸ ἓν ἐξ αὐτῶν ἦτο τοῦ ἀποστόλου Πέτρου. «Οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ' αὐτῶν ἔπλυνον τὰ δίκτυα». Οἱ ἁλιεῖς ἐξελθόντες ἐξ αὐτῶν ἔπλυνον τὰ δίκτυά των. Ὁ Κύριος κουρασθεὶς ἐκ τῆς ὀρθοστασίας καὶ ἐπιθυμῶν νὰ ἔχη τοὺς ἀκροατάς Του κατὰ μέτωπον «ἐμβὰς εἰς ἕν τῶν πλοίων, ὃ ἦν τοῦ Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον», εἰσελθὼν ἐντὸς ἑνὸς ἐκ τῶν πλοίων τὸ τοῦ Σίμωνος παρεκάλεσε δηλαδὴ ὁ Κύριος τὸν Σίμωνα, τὸν Πέτρον, νὰ σύρη τὸ πλοῖόν του ὀλίγον πρὸς τὴν θάλασσαν ἵνα δυνηθῆ νὰ ὁμιλῆ καὶ νὰ ἀκούεται εὐχερέστερον ὑπὸ τοῦ κατὰ μῆκος τῆς παραλίας εὑρισκομένου πλήθους. Ὁ Πέτρος ὑπακούει εἰς τὴν παράκληοιν τοῦ Κυρίου. Ὁ δὲ Κύριος εἰσελθὼν εἰς τὸ πλοῖον «καθίσας, ἐκ τοῦ πλοίου ἐδίδασκε τοὺς ὄχλους», καθίσας ἐδίδασκε τοὺς ὄχλους ἐκ τοῦ πλοιαρίου.

Ποῖον ἦτο τὸ θέμα τῆς ὁμιλίας κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην, δὲν μᾶς ἀναφέρεται. Ὁ Λουκᾶς ὅμως μᾶς ἀναφέρει, ὅτι ὁ Κύριος «ὡς ἐπαύσατο λαλῶν» μετὰ τὸ τέλος δηλαδὴ τῆς ὁμιλίας Του ἀπευθύνεται πρὸς τοὺς ἁλιεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀργότερον θὰ ἐγίνοντο μαθηταί Του, ἵνα διδάξη αὐτοὺς τὴν Θείαν Του αὐθεντίαν. Πρὸς τοῦτο «εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν»· συνιστᾶ ὁ Κύριος εἰς τὸν Πέτρον ὡς ἰδιοκτήτην τοῦ πλοίου ἢ ὡς πηδαλιοῦχον νὰ τραβήξη εἰς τὰ ἀνοιχτὰ πρὸς ἁλιείαν καὶ εἰς τὸ πλήρωμα αὐτοῦ νὰ ρίψη τὰ δίκτυα στὰ ἀνοιχτά. «Ἀποκριθεὶς Σίμων εἶπεν· ἐπιστάτα δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν, ἐπὶ δὲ τῷ ρήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον» κύριε καθ' ὅλην τὴν νύκτα κοπιάσαντες δὲν ἐπιάσαμε τίποτα. Ἐπειδὴ ὅμως μᾶς τὸ λέγεις Σύ, θὰ ρίψω τὸ δίκτυον. «Καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολὺ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον». Ἐκτελέσαντες τοῦτο συνέλαβον εἰς τὰ δίκτυά των μέγα πλῆθος ἰχθύων. Τόσον πλουσία ἦτο ἡ ἄγρα τῶν ἰχθύων, ὥστε ἐκινδύνευον κατὰ τὴν ἀνέλκυσιν νὰ σχισθοῦν τὰ δίκτυα.

Πρὸ τοῦ πλήθους τῶν συλληφθέντων ἰχθύων καὶ τοῦ φόβου των μήπως διαρραγοῦν τὰ δίκτυα «κατένευσαν τοῖς μετόχοις ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς» διὰ νευμάτων δηλαδὴ εἰδοποίησαν τὴν παρέα τους, ἡ ὁποία ἦτο εἰς τὸ ἄλλο πλοῖον, νὰ ἔλθη καὶ νὰ τοὺς βοηθήση. Οἱ συνέταιροι ἦλθον, ἐβοήθησαν καὶ τὰ ψάρια ἐρρίφθησαν καὶ εἰς τὰ δύο πλοιάρια. Τὰ ψάρια ἦσαν τόσον πολλά, ὥστε «ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτὰ» ἐγέμισαν καὶ τὰ δύο πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἐκινδύνευον νὰ βυθισθοῦν ἐκ τοῦ μεγάλου φορτίου.

Ὁ Πέτρος ἰδὼν τὸ θαῦμα τοῦτο καὶ αἰσθανθεὶς ἀφ' ἑνὸς μὲν τὴν ἰδίαν ἀναξιότητα, ἀφ' ἑτέρου δὲ ὅτι ὁ ἐνεργήσας τὸ θαῦμα αὐτὸ Ἰησοῦς ἦτο τί τὸ ὑπεράνθρωπον καὶ φοβηθεὶς «προσέπεσε τοῖς γόνασι» ἔπεσεν εἰς τὰ γόνατα ἐνώπιον τῶν ποδῶν τοῦ Ἰησοῦ λέγων, «ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλὸς εἰμὶ Κύριε» ἔξελθε Κύριε ἐκ τοῦ πλοιαρίου μου καὶ φύγε ἀπὸ κοντά μου, διότι εἶμαι ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος. Ἡ ἔκπληξις αὕτη δὲν κατέλαβε μόνον τὸν Σίμωνα, τὸν ἀπόστολον Πέτρον, ἀλλὰ καὶ τοὺς δύο ἀδελφοὺς Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, τοὺς υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἱ ὁποῖοι ἦσαν «κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι» συνεταῖροι δηλ. τοῦ ἀποστόλου Πέτρου εἰς τὸ ἄλλο πλοῖον. Διὰ τοῦτο ὁ Εὐαγγελιστὴς σημειώνει· «Θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων, ᾗ συνέλαβον», κατάπληξιν προυξένησε ἡ πλουσία αὕτη ἁλιεία εἰς αὐτόν, «ὁμοίως δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι», οἱ ὁποῖοι ἦσαν συνέταιροι τοῦ Σίμωνος.

Ὁ Κύριος στρέφεται πρὸς τὸν φοβισμένον Σίμωνα καὶ ἐνθαρρύνει αὐτὸν λέγων «μὴ φοβοῦ, ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν» μὴ φοβεῖσαι, ἀπὸ ἐδῶ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς θὰ γίνης ἁλιεὺς τῶν ἀνθρώπων. Διὰ τῆς λέξεως ζωγρῶν, ἡ ὁποία σημαίνει συλλαμβάνω τινὰ ζωντανόν, ὁ Κύριος ἤθελε νὰ δηλώση, ὅτι ὁ πιστὸς οὐδεμίαν βλάβην ἔχει νὰ πάθη συλλαμβανόμενος εἰς τὰ δίκτυα τῶν ἀποστόλων.

Μετὰ τὴν προπαρασκευὴν ταύτην ἀκολουθεῖ ἡ ὁριστικὴ κλῆσις τῶν 4 μαθητῶν Ἀνδρέου, Πέτρου, Ἰωάννου καὶ Ἰακώβου, τὴν ὁποίαν λεπτομερῶς περιγράφουσιν, ὅπως θὰ ἴδωμεν κατωτέρω, ὁ Μάρκος καὶ ὁ Ματθαῖος. Ὁ Λουκᾶς ἐκ τῆς κλήσεως ταύτης ἀναφέρει τοῦτο μόνον: Οἱ σύντροφοι οὗτοι, «καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν» τραβήξαντες τὰ πλοῖα των εἰς τὴν ξηρὰν «ἀφέντες πάντα» ἀφήσαντες μισθωτούς, πατέρα καὶ δίκτυα «ἠκολούθησαν τὸν Χριστόν».



Θέμα: Μακρὰν καὶ πλησίον τοῦ Χριστοῦ
Α'.
 Μακράν τοῦ Χριστοῦ. Ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου: «Δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν», λέγει ὁ Πέτρος εἰς τὸν Ἰησοῦν εἰς ἐντολήν Του, ὅπως ρίψωσι πάλιν τὰ δίκτυα. Ἑπομένως μακράν τοῦ Χριστοῦ εἶχον «νύκτα». Δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες «οὐδὲν ἐλάβομεν» ἑπομένως εἶχε κόπον καὶ ἀκαρπίαν. Ὥστε νύκτα, κόπος, ἀκαρπία μακράν τοῦ Χριστοῦ. Πράγματι!


Ἐκ τῆς ζωῆς 1) Νύκτα. Δύο εἶναι τὰ μάτια μας, μὲ τὰ ὁποῖα δεχόμεθα τὸ ἡλιακὸν φῶς, δύο εἶναι τὰ σκοτάδια ποὺ κάνουν νὰ ἔχη μεσάνυχτα ἡ ψυχή μας: ἡ ἀπιστία, ἡ ἁμαρτία. Συνεπῶς παντοτεινοὶ ξενύχτες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν πιστεύουν εἰς τὸν Χριστὸν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πιστεύουν μέν, ἀλλὰ ζοῦν ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ.

Θέλετε ἀποδείξεις; Λάβετε τὸ προχριστιανικὸν παρελθὸν διὰ τὸ πρῶτον, ὅτε ἡ ἀνθρωπότης ἐπάλαιε νὰ εὕρη τὴν ἀλήθειαν καὶ δὲν ἠδύνατο. Οἱ σοφώτατοι Ἕλληνες ἀκόμη ἐκυλίοντο εἰς τὴν πολυθεΐαν καὶ ὁ σοφώτατος πάντων Σωκράτης ὡμολόγει τὴν ἄγνοιάν του «ἕν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα». Θέλετε ἀποδείξεις τοῦ δευτέρου; Κυττάξετε τὸ παρόν, τὸ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς ἡμῶν, ἔνθα βασιλεύουν τὰ πάθη. Κυττάξετε τὰ πάθη σας καὶ τὰ πάθη τῶν ἄλλων. Σκότος! Ἡ φιλαργυρία, ἡ χαιρεκακία, ἡ ζηλοτυπία, ὁ φθόνος, τὸ μίσος, ὁ ἐγωισμός, κ.λ.π. ἕνα κοινὸν σημεῖον ἔχουν, ποὺ τὰ ἐνώνει. Τὸ σκότος ! Ἑπομένως οἱ ἄπιστοι καὶ ἁμαρτωλοί, οἱ παντοτεινοὶ αὐτοὶ ξενύχτες ζῶντες ἐν τῷ σκότει δὲν γνωρίζουν πόθεν ἔρχονται καὶ ποῦ ὑπάγουν. Πλανῶνται !
Ἀλλὰ ἔχουν καὶ 2) κόπον. Ἡ νύκτα ἡ ἐκ τῆς ἀπουσίας τοῦ ὑλικοῦ φωτὸς προκαλουμένη χρησιμεύει πρὸς ἀνάπαυσιν καὶ ἀνάκτησιν τῶν σωματικῶν καὶ ψυχικῶν δυνάμεών μας. Ἡ ἐκ τῆς ἀπιστίας καὶ ἁμαρτίας ὅμως ψυχικὴ νύκτα δὲν ἔχει ἀνάπαυσιν οὐδὲ ἀνάκτησιν σωματικῶν καὶ ψυχικῶν δυνάμεων. Τουναντίον ἔχει καταπόνησιν. Ὁ πραγματικὸς φιλόσοφος ἄπιστος ὄχι μόνον εὑρίσκεται ἐν τῷ σκότει καὶ δὲν δύναται νὰ εὕρη τὴν ἠρεμοῦσαν τὴν καρδίαν του ἀλήθειαν, ἀλλὰ οὔτε δύναται νὰ μὴ ζητᾶ. Γνωρίζει, ὅτι τοῦ κάκου κοπιάζει, τοῦ τὸ λέγει ἡ φιλοσοφία, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἱστορία τῶν πλανῶν. Καὶ ὅμως εἶναι ἀνίκανος νὰ μὴ ζητᾶ. Ἀδυνατεῖ νὰ ἀποθάνη, πνευματικῶς ὥστε νὰ μὴ ζητᾶ. Οὕτω καὶ ὁ ἁμαρτωλός. Ἔχει νύκτα καὶ κόπον. Ὀλίγον κόπον καὶ ἀνησυχίαν ἔχουν οἱ φιλάργυροι, φιλύποπτοι, χαιρέκακοι, ζηλότυποι, κακοί, ἐγωϊσταί;

Ἀλλὰ ὄχι μόνον νύκτα καὶ κόπον ἔχουσιν οἱ ἄπιστοι καὶ ἁμαρτωλοὶ ἀλλὰ καὶ 3) ἀκαρπίαν. Τί κατώρθωσαν νὰ μᾶς δώσουν ἡ ἀπιστία μὲ τὴν φιλοσοφίαν; Οὐδέν. Καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ Ἀρχαῖοι μὲ τὴν φιλοσοφίαν, τὰς τέχνας καὶ τὰ γράμματα ὕμνησαν τοὺς θεοὺς τοῦ Ὀλύμπου καὶ τὰς ἀπαγωγὰς τῶν θεαινῶν. Τὰ δὲ πάθη τίνα καρπὸν ἔχουσι; Καὶ συγκεκριμένως ἡ φιλαργυρία. Ἐπὶ κατοχῆς συνέβη οἰκογένειά τις πλουτίσασα ἐκ τοῦ αἵματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ εὑρεθῆ ἔχουσα ράβδους χρυσοῦ καὶ νὰ δολοφονηθῆ ! Ποῖος ὁ καρπὸς τοῦ ἐγωισμοῦ μεγάλων τινῶν κρατῶν; Αἰσχύνη καὶ ταπείνωσις. Ποῖος ὁ καρπὸς τῆς φιλοπλουτίας; Ἡ κραυγὴ τοῦ κόσμου ἡ κατάρα καὶ τὸ χειρότερον ἡ γέννησις τοῦ κομμουνισμοῦ!

Ὥστε μακράν τοῦ Χριστιανισμοῦ ἔχομεν ἀνησυχίαν καὶ οὐδεμίαν ὠφέλειαν.


Β'. Πλησίον τοῦ Χριστοῦ. Ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου. Μὲ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου ἐνεφανίσθη καὶ ὁ νοητὸς ἥλιος ὁ Χριστός. Τῇ ἐντολῇ Αὐτοῦ ρίπτονται καὶ πάλιν τὰ δίκτυα, ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἐργασία των καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ πλουσία ἄγρα τῶν ἰχθύων. Οἱ Ἀπόστολοι πλησίον τοῦ Χριστοῦ εἶχον ὄχι μόνον πλῆθος ἰχθύων καὶ συναίσθησιν ταπεινότητος ἔναντι τοῦ Κυρίου ἀλλὰ συνέλαβον πλῆθος ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους ἐφώτισαν. Ἑπομένως πλησίον τοῦ Χριστοῦ ὑπάρχει τὸ φῶς, ὁ κόπος ἡ εὐκαρπία.

Πράγματι! Ἐκ τῆς ζωῆς. Φωτεινὴ εἶναι ἡ ἐργασία τοῦ πιστοῦ, διότι δὲν ἔχει νύκτα ἀλλὰ ἡμέραν καὶ γνωρίζει τί κάμνει. Τὸ κάθε τι ἔχει τὴν θέσιν του. Ὅλα ἔχουν τὴν σειρὰν των, τὴν συνάρτησίν των. Ὅπως μιὰ καλὴ νοικοκυρὰ γνωρίζει ποῦ τοποθετεῖ τὰ πράγματά της, οὕτω καὶ ὁ πιστὸς ἔχει μέσα του ντουλάπα καὶ μὲ τάξιν ἔχει τοποθετήσει εἰς διάφορα ράφια τὸν ἐσωτερικόν του κόσμον. Καὶ τὰ πλέον μυστικὰ του ἀντέχουν ὄχι μόνον εἰς τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Θεῖον φῶς. Τὰ καθαρὰ τὰ κάμνει τὸ φῶς καθαρότερα. Ὁ πιστὸς ἐργάζεται, κοπιάζει καρποφόρως. Ἔχει συναίσθησιν τοῦ ἑαυτοῦ του, ὅπως καὶ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος βλέπων τὸν Χριστόν. Ἐὰν εἶναι εὐφυής, βλέπει ἕνα ἀνθάκι τοῦ ἀγροῦ καὶ ταπεινοφρονεῖ. Ἐὰν εἶναι ἐνάρετος, βλέπει τὴν ἁγιότητα τοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχει ἐμπρός του καὶ ταπεινώνεται. Ἐὰν εἶναι δυνατός, βλέπει τὴν παντοδυναμίαν τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ ἔργα Του καὶ δὲν ἐπαίρεται. Ὁ λόγος του εἶναι «ἅλατι ἠρτυμένος» ἔχει λόγια ἁλατισμένα. Φροντίζει, ὅπως λόγος σαπρὸς ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ νὰ μὴ ἐξέρχεται, ἀλλὰ ἀγαθὸς πρὸς οἰκοδομὴν τῆς χρείας. Ἐνῶ εἶναι γενναιόδωρος, φροντίζει ὅμως κατὰ τὴν διάθεσιν τῶν ἀγαθῶν του νὰ μὴ σπαταλᾶ, ἀλλὰ νὰ οἰκονομῆ, ὅπως καὶ ὁ Κύριος κατὰ τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν ἄρτων καὶ νὰ συλλέγη τὰ ἀποκόμματα «ἵνα μὴ τι ἀπόληται» κατὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου. Μεγάλος κόπος αὐτός!

Ἡ ἐργασία του εἶναι ἀποδοτικωτάτη. Συναισθανόμενος ὁ πιστὸς τὸν ἑαυτὸν του τὰς ἀδυναμίας του καὶ τακτοποιῶν τὸ ἐσωτερικόν του διὰ τοῦ φωτὸς τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀποδοτικώτατος. Βλέπει τί ἔχει καὶ δοξάζει τὸν Θεόν. Βλέπει τί τοῦ λείπει καὶ ταπεινοφρονεῖ. Κατ' αὐτὸν τὸν τρόπον προοδεύει. Ὁ Χριστιανὸς ἔχει μεγάλην ἀποδοτικότητα, διότι ὁ κόσμος εἶναι γεμάτος ἀπὸ ἔργα Χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ. Ἀλλὰ ὁ οἰκονομῶν τὰ λόγια του, τὰ πράγματά του, τὰς σκέψεις του πιστὸς ἔχει μεγάλην καρποφορίαν μεγάλην ἐπίδρασιν εἰς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους.

Διδακτικώτατον καὶ τραγικώτατον ταυτοχρόνως παράδειγμα σκότους, κόπου καὶ ἀκαρπίας, τῶν μακράν τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ αὐτοκτονία τοῦ ἄνευ Χριστοῦ ποιητοῦ μας Λαπαθιώτου, ὁ ὁποῖος ηὐτοκτόνησεν κατὰ τὰ ἔτη τῆς κατοχῆς. Οὗτος πρὶν αὐτοκτονήση ἔγραψε τὰ ἑξῆς:

Ἔπειτα ἀπὸ ἁμαρτίας

«Τὸ καλοκαίρι πέρασε σὰν ρίγος,
καὶ ὁ χειμώνας μοῦ φαίνεται βαρύς,
τί σύντομα ποὺ πέρασε καὶ ὁ τρύγος,
δὲν πρόκαμες καρδιά μου νὰ χαρῆς».


Ἰδοὺ ὁ κόπος καὶ ἡ ἀκαρπία τοῦ μακράν τοῦ Χριστοῦ! Ἀλλὰ ὑπάρχει τὸ σκότος ἐπίσης τρομερόν. Γράφει λοιπὸν ὁ ἴδιος.

Πρὸ τῆς αὐτοκτονίας

«Καὶ τὸ μαῦρο τὸ σκοτάδι
ποὺ θαρθῆ νὰ μὲ τυλίξη,
θὰ γιατρέψη μιὰ γιὰ πάντα
τὴν ἀγιάτρευτή μου πλῆξι.
Μιὰ γιὰ πάντα θὰ γιατρέψη
καὶ τὴν πλῆξι καὶ τὴν τύψη,
τὸ μεγάλο τὸ σκοτάδι,
ποὺ θαρθῆ νὰ μὲ τυλίξη».

Ἰδοὺ σκότος, κόπος, ἀκαρπία τῶν μακράν τοῦ Χριστοῦ!

Ἰδοὺ ὁ μακρὰν καὶ ὁ ἐγγύς τοῦ Χριστοῦ. Ἰδοὺ τὸ σκότος ὁ κόπος, ἡ ἀκαρπία τοῦ πρώτου· ἰδοὺ ἡ φωτεινότης, ὁ κόπος καὶ ἡ εὐκαρπία τοῦ δευτέρου. Τί δέον γενέσθαι; Ἂς πλησιάσωμεν τὸν Χριστόν, τὸ φῶς, τὴν ἠρεμίαν, τὴν ἀφθονίαν, ἐὰν θέλωμεν ν' ἀποφύγωμεν τὸ σκότος, τὴν ἀνησυχίαν, τὸ ἄγονον καὶ τὴν ἀγωνίαν. Γένοιτο!

Πῶς θὰ ξεχωρίσω;






Πρίν ἀπό τρία περίπου χρὀνια βρέθηκε στήν Ἑλλάδα ὁ κ. Νικόλαος Χάγεκ, ἰδιοκτήτης τῆς Ἐλβετικῆς βιομηχανίας ρολογιῶν Swatch, ἕνας ἀπό τούς ἑκατό πλουσιώτερους ἀνθρώπους στόν κόσμο. Ἔδωσε μία συνέντευξη σέ ἑλληνική ἐφημερίδα (ΒΗΜΑ, 30-6-2002), ὅπου μεταξύ ἄλλων εἶπε τά ἑξῆς:

-Τί νά τό κάνεις, ἄν ξεχωρίζεις καί δέν σέ ἐκτιμᾶ κανένας; Οὐδείς εὐτύχησε, ἔχοντας ἕναν τεράστιο τραπεζικό λογαριασμό. Ἄλλωστε, οἱ πραγματικές ἀνάγκες γιά νά ζήσουμε (βιολογικά), εἶναι ἐλάχιστες, ἀξίας δυόμιση χιλιάδων θερμίδων...

-Ἐρώτ.: Τί εἶναι αὐτό πού κάνει τούς ἀνθρώπους, νά σκέφτονται τόν ἑαυτό τους καί τίποτε ἄλλο;

-Ἀπάντ.: Εἶναι ἡ νέα κατάσταση πού ἐπικρατεῖ γύρω μας. Ἡ νέα αὐτή ἰδεολογία ὁδηγεῖ στήν κοινωνία τῶν «ἑαυτούληδων». Ἐγώ σέ ὅλη μου τήν ζωή ἤμουν εὐτυχισμένος, ἄν ἦταν εὐτυχισμένοι καί οἱ γύρω μου. Δέν μπορεῖ ἡ σύζυγός μου νά πηγαίνει καί νά ἀγοράζει ὅ,τι θέλει γιά νά φᾶμε καί νά ντυθοῦμε, καί τά παιδιά τοῦ ἄλλου νά ἀναρωτιοῦνται βλέποντάς την στό σουπερμάρκετ: «Γιατί ἡ δική μου μητέρα δέν μπορεῖ νά ἀγοράσει τίποτα ἀπό ὅλα αὐτά; Ἐπειδή εἶναι ἄνεργη;» Πῶς μπορεῖ κάποιος νά εἶναι εὐτυχισμένος, ἄν βρίσκεται μέσα σέ μιά κοινωνία τόσο ἄδικη;

Αὐτό πού κατάλαβε ὁ κ. Χάγεκ ἀπό τήν ἐμπειρία τῆς ζωῆς, εἶναι - στήν τελειότερη μορφή του - συνήθης πράξη τῆς Ἐκκλησίας μας. Καί ἰδού ἕνα γλαφυρό παράδειγμα, πού δείχνει τό φρόνημα πού πρέπει νά ἔχουμε, ἀλλά καί τήν μέθοδο πού εἶναι ἀναγκαῖο νά χρησιμοποιήσουμε.

Τό 610 μ. Χ. ἔγινε πατριάρχης Ἀλεξανδρείας ὁ Ἰωάννης, πού ἐπωνομάσθηκε ἐλεήμων. Ἡ ἐπωνυμία του προῆλθε ἀπό τίς ἄπειρες ἐλεημοσύνες, πού ἔκανε, καί πρίν γίνει, καί ἀφ' ὅτου ἔγινε πατριάρχης· (ἡ μνήμη του τιμᾶται στίς 12 Νοεμβρίου).

Ὁ ἅγ. Ἰωάννης εἶχε ἕναν νεαρό ἀνηψιό, πού λεγόταν Γεώργιος. Ὁ νεαρός εἶχε κάποια διαφορά μέ ἕναν ταβερνιάρη. Αὐτός, ἄνθρωπος ἀγροῖκος καί ἀγενής, ἔβρισε πολύ ἄσχημα τόν νέο. Ἐκεῖνος ντράπηκε πολύ καί κατέφυγε στόν θεῖο του. Καί μέ δάκρυα τοῦ περιέγραψε τίς ἀθλιότητες καί τίς προσβολές τοῦ ταβερνιάρη. Λέει ὁ ἅγιος:

-Λοιπόν, τόλμησε νά σέ ὑβρίσει; Θά τοῦ κάνω τέτοια ἐκδίκηση, πού θά τήν διηγεῖται ὅλη ἡ Ἀλεξάνδρεια!

Ἀφοῦ ἔτσι παρηγόρησε τόν ἀνηψιό του, καί τόν κατεπράϋνε, τοῦ εἶπε:

-Παιδί μου, ἄν θέλεις νά εἶσαι ἀληθινός ἀνηψιός μου, ἑτοιμάσου· ὄχι μόνον γιά ὕβρεις· ἀλλά καί γιά μάστιγες. Γιατί καί ὁ Κύριός μας ὁ ἴδιος μᾶς δίδαξε, νά κάνουμε καλό, ἀκόμη καί στούς ἐχθρούς μας.

Μετά, φωνάζει ὁ Πατριάρχης τόν ὑπεύθυνο τῶν ἐνοικίων καί τοῦ λέει:

-Ἀπό τόν ταβερνιάρη πού ἔβρισε τόν ἀνηψιό μου δέν θά εἰσπράξεις καθόλου ἐνοίκια γιά ἐκεῖνα τά καταστήματα πού νοικιάζει ἀπό τό Πατριαρχεῖο(!)

Πραγματικά «βούϊξε» ὅλη ἡ Ἀλεξάνδρεια γιά τήν πρωτότυπη «ἐκδίκηση» τοῦ πατριάρχη, ἡ ὁποῖα φανέρωνε τήν ἀνεξικακία του. Μέθοδος τέλεια γιά νά διακριθοῦμε καί νά ξεχωρίσουμε ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων!

Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017

Τα ιερά μας σύμβολα


Από τα παιδικά μας χρόνια μαθαίνουμε να σεβόμαστε και να τιμούμε τα ιερά σύμβολα της πίστεως και της πατρίδος μας. 
Αυτά, που σαν φάροι φωτεινοί,
 σηματοδοτούν την πορεία μας, ως λαού και ως έθνους, 
προσδιορίζουν την εθνική και πολιτισμική μας ταυτότητα, καθορίζουν την προσωπική μας ύπαρξη μέσα τον ευρύτερο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο πολυπολιτισμικό γίγνεσθαι.
Μέσα στο ψηφιδωτό των θρησκειών και πολιτισμών, των γλωσσών και των ποικίλων εθνικών παραδόσεων, διαφυλάσσουμε το δικό μας ιδιαίτερο εθνικό χρώμα, το ελληνικό, και την δική μας πίστη, την ορθόδοξη, όχι απλά επειδή είναι δικά μας, αλλά επειδή καθορίζουν την εθνική μας ταυτότητα, που αποτελεί την δύναμη αντίστασης στην σαρωτική λαίλαπα της παγκοσμιοποιήσεως.

          Όσοι μιλούν λοιπόν για αναχρονισμό, για φανατισμό και για εθνικισμό, θέλοντας να υποτιμήσουν τα υψηλά αυτά αισθήματα, μόνο ερωτηματικά και προβληματισμό μας γεννούν. Και το λυπηρό είναι όταν αυτή η συμπεριφορά προέρχεται από υψηλόβαθμα κυβερνητικά στελέχη και μάλιστα από τον ίδιο τον πρωθυπουργό της χώρας! 
Τότε καταρρέει στα μάτια όλων, και κυρίως των νέων, κάθε έννοια τιμής και σεβασμού στα ιερά μας αυτά σύμβολα.

          Υποκλινόμαστε μπροστά στην Ελληνική σημαία!
 Στεκόμαστε προσοχή και διακατεχόμαστε από αισθήματα σοβαρότητας και δέους στην ανάκρουση του εθνικού μας ύμνου. Μόνο έτσι θα έχουμε την απαίτηση να τα σέβεται ο λαός και να αγωνιστεί για αυτά, αν οι συνθήκες το απαιτήσουν, δίνοντας την ζωή του.

          “ΛΥΔΙΑ”, τ. 512

ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΣΥΛΛΗΨΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ, ΕΝΔΟΞΟΥ, ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (2017)

23 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2017

   + Σύλληψις το τιμίου νδόξου Προφήτου, Προδρόμου, κα Βαπτιστο ωάννου.

Τ ΠΑΡΑΣΚΕΥ ΕΣΠΕΡΑΣ (22/9/17)

 

 

Ὁ Ἱερες: Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, πάντοτε, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

 ναγνστης: μήν.

  • Δεῦτε, προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν τῷ βασιλεῖ ἡμῶν Θεῷ.

  • Δεῦτε, προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν Χριστῷ, τῷ βασιλεῖ ἡμῶν Θεῷ.

  • Δεῦτε, προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν αὐτῷ Χριστῷ, τῷ βασιλεῖ καὶ Θεῷ ἡμῶν.

Ψαλμς ργ’ (103)

  • Εὐλόγει ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον, Κύριε ὁ Θεός μου ἐμεγαλύνθης σφόδρα.

  • Ἐξομολόγησιν καὶ μεγαλοπρέπειαν ἐνεδύσω, ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον.

  • Ἐκτείνων τὸν οὐρανὸν ὡσεὶ δέῤῥιν, ὁ στεγάζων ἐν ὕδασιν τὰ ὑπερῷα αὐτοῦ.

  • Ὁ τιθεὶς νέφη τὴν ἐπίβασιν αὐτοῦ, ὁ περιπατῶν ἐπὶ πτερύγων ἀνέμων.

  • Ὁ ποιῶν τοὺς Ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα, καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ πυρὸς φλόγα.

  • Ὁ θεμελιῶν τὴν γῆν ἐπὶ τὴν ἀσφάλειαν αὐτῆς, οὐ κλιθήσεται εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.

  • Ἄβυσσος ὡς ἱμάτιον τὸ περιβόλαιον αὐτοῦ, ἐπὶ τῶν ὀρέων στήσονται ὕδατα.

  • Ἀπὸ ἐπιτιμήσεώς σου φεύξονται, ἀπὸ φωνῆς βροντῆς σου δειλιάσουσιν.

  • Ἀναβαίνουσιν ὄρη, καὶ καταβαίνουσι πεδία εἰς τόπον, ὃν ἐθεμελίωσας αὐτά.

  • Ὅριον ἔθου, ὃ οὐ παρελεύσονται, οὐδὲ ἐπιστρέψουσι καλύψαι τὴν γῆν.

  • Ὁ ἐξαποστέλλων πηγὰς ἐν φάραγξιν, ἀνάμεσον τῶν ὀρέων διελεύσονται ὕδατα.      

  • Ποτιοῦσι πάντα τὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ, προσδέξονται ὄναγροι εἰς δίψαν αὐτῶν.

  • Ἐπ’ αὐτὰ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσει ἐκ μέσου τῶν πετρῶν δώσουσι φωνήν.

  • Ποτίζων ὄρη ἐκ τῶν ὑπερῴων αὐτοῦ ἀπὸ καρποῦ τῶν ἔργων σου χορτασθήσεται ἡ γῆ.

  • Ὁ ἐξανατέλλων χόρτον τοῖς κτήνεσι, καὶ χλόην τῇ δουλείᾳ τῶν ἀνθρώπων.

  • Τοῦ ἐξαγαγεῖν ἄρτον ἐκ τῆς γῆς καὶ οἶνος εὐφραίνει καρδίαν ἀνθρώπου.

  • Τοῦ ἱλαρῦναι πρόσωπον ἐν ἐλαίῳ καὶ ἄρτος καρδίαν ἀνθρώπου στηρίζει.

  • Χορτασθήσονται τὰ ξύλα τοῦ πεδίου, αἱ κέδροι τοῦ Λιβάνου, ἃς ἐφύτευσας.

  • Ἐκεῖ στρουθία ἐννοσσεύσουσι, τοῦ ἐρωδιοῦ ἡ κατοικία ἡγεῖται αὐτῶν.

  • Ὄρη τὰ ὑψηλὰ ταῖς ἐλάφοις, πέτρα καταφυγὴ τοῖς λαγῳοῖς.

  • Ἐποίησε σελήνην εἰς καιρούς ὁ ἥλιος ἔγνω τὴν δύσιν αὐτοῦ.

  • Ἔθου σκότος, καὶ ἐγένετο νύξ ἐν αὐτῇ διελεύσονται πάντα τὰ θηρία τοῦ δρυμοῦ.

  • Σκύμνοι ὠρυόμενοι τοῦ ἁρπάσαι, καὶ ζητῆσαι παρὰ τῷ Θεῷ βρῶσιν αὐτοῖς.

  • Ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος, καὶ συνήχθησαν, καὶ εἰς τὰς μάνδρας αὐτῶν κοιτασθήσονται.

  • Ἐξελεύσεται ἄνθρωπος ἐπὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ ἕως ἑσπέρας.

  • Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας, ἐπληρώθη ἡ γῆ τῆς κτίσεώς σου.

  • Αὕτη ἡ θάλασσα ἡ μεγάλη καὶ εὐρύχωρος, ἐκεῖ ἑρπετὰ ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός, ζῷα μικρὰ μετὰ μεγάλων.

  • Ἐκεῖ πλοῖα διαπορεύονται, δράκων οὗτος, ὃν ἔπλασας ἐμπαίζειν αὐτῇ.

  • Πάντα πρὸς σὲ προσδοκῶσι, δοῦναι τὴν τροφὴν αὐτῶν εἰς εὔκαιρον δόντος σου αὐτοῖς συλλέξουσιν.

  • Ἀνοίξαντός σου τὴν χεῖρα, τὰ σύμπαντα πλησθήσονται χρηστότητος ἀποστρέψαντος δέ σου τὸ πρόσωπον, ταραχθήσονται.

  • Ἀντανελεῖς τὸ πνεῦμα αὐτῶν, καὶ ἐκλείψουσι, καὶ εἰς τὸν χοῦν αὐτῶν ἐπιστρέψουσιν.

  • Ἐξαποστελεῖς τὸ πνεῦμα σου, καὶ κτισθήσονται, καὶ ἀνακαινιεῖς τὸ πρόσωπον τῆς γῆς.

  • Ἤτω ἡ δόξα Κυρίου εἰς τοὺς αἰῶνας εὐφρανθήσεται Κύριος ἐπὶ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ.

  • Ὁ ἐπιβλέπων ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ ποιῶν αὐτὴν τρέμειν ὁ ἁπτόμενος τῶν ὀρέων, καὶ καπνίζονται.

  • ᾌσω τῷ Κυρίῳ ἐν τῇ ζωῇ μου, ψαλῶ τῷ Θεῷ μου ἕως ὑπάρχω.

  • Ἠδυνθείη αὐτῷ ἡ διαλογή μου, ἐγὼ δὲ εὐφρανθήσομαι ἐπὶ τῷ Κυρίῳ.

  • Ἐκλείποιεν ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἄνομοι, ὥστε μὴ ὑπάρχειν αὐτούς. Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον.

Κα πλιν

  • Ὁ ἥλιος ἔγνω τὴν δύσιν αὐτοῦ ἔθου σκότος, καὶ ἐγένετο νύξ.

  • Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας.

Δξα Πατρί… Κα νν …

λληλούϊα, Ἀλληλούϊα, Ἀλληλούϊα. Δόξα σοι ὁ Θεός (ἐκ γ’).

 ἐλπὶς ἡμῶν, Κύριε, δξα σοι.

  • ν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν…….

ὁ α’ χορός

Ἦχος δ‘  Ψαλμς ρμ’ (140)

  • Κύριε ἐκέκραξα πρὸς σέ, εἰσάκουσόν μου, εἰσάκουσόν μου, Κύριε. Κύριε, ἐκέκραξα πρὸς σέ, εἰσάκουσόν μου πρόσχες τῇ φωνῇ τῆς δεήσεώς μου, ἐν τῷ κεκραγέναι με πρὸς σὲ εἰσάκουσόν μου, Κύριε.

     ὁ β’ χορός

  • Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου, ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου ἔπαρσις τῶν χειρῶν μου θυσία ἑσπερινὴ εἰσάκουσόν μου, Κύριε.

ὁ α’ χορός

Στχ. α’. ὰν ἀνομίας παρατηρήσῃς, Κύριε, Κύριε τίς ὑποστήσεται; ὅτι παρὰ σοὶ ὁ ἱλασμός ἐστιν.

 ξ ψίστου κληθες

ερατεύων ὁ θεῖος Ζαχαρίας, καὶ ἔνδον γενόμενος, τοῦ θειοτάτου ναοῦ, καὶ τοῦ λαοῦ τὰ αἰτήματα, προσαναφέρων, τῷ εὐεργέτῃ καὶ πανοικτίρμονι, θειότατον Ἄγγελον, εἶδε βοῶντα αὐτῷ. Ἡ προσευχὴ καὶ ἡ δέησις, σοῦ εἱσηκούσθη, θάρσει πρεσβῦτα, καὶ μὴ ἀπίστει μοι· ἕξεις γὰρ παῖδα θεῖον Πρόδρομον, γεννητοῖς γυναικῶν ὑπερέχοντα, Ἡλίου ἐν δυνάμει, τοῦ Χριστοῦ προπορευσόμενον.

ὁ β’ χορός

Στχ. β’. νεκεν τοῦ ὀνόματός σου ὑπέμεινά σε, Κύριε, ὑπέμεινεν ἡ ψυχή μου εἰς τὸν λόγον σου, ἤλπισεν ἡ ψυχή μου ἐπὶ τὸν Κύριον.

ερατεύων ὁ θεῖος Ζαχαρίας…

ὁ α’ χορός

Στχ. γ’. πὸ φυλακῆς πρωΐας μέχρι νυκτός, ἀπὸ φυλακῆς πρωΐας ἐλπισάτω Ἰσραὴλ ἐπὶ τὸν Κύριον.

Ξένος μοι φαίνῃ τῇ θέᾳ καὶ τῷ τρόπῳ, ξένος καὶ τοῖς ῥήμασι, καὶ τοῖς μηνύμασιν, ὁ Ζαχαρίας ἀντέφησεν· ἐγὼ γὰρ ἦλθον, τὴν σωτηρίαν λαοῦ αἰτήσασθαι, οὐχὶ δὲ κομίσασθαι, παῖδα ὡς προσφωνεῖς, ἀπ’ ἐναντίας εὑρίσκω σε, τῶν αἰτημάτων, καὶ ὑποπτεύω μὴ ἀληθεύειν σε· πῶς γὰρ ὃ λέγεις πιστωθήσεται; Ἐλισάβετ τὰ μέλη νενέκρωται, καὶ ἐμοῦ δὲ τὸ γῆρας, δυσπιστίαν νῦν τεκμαίρεται.

ὁ β’ χορός

Στχ. δ’. τι παρὰ τῷ Κυρίῳ τὸ ἔλεος, καὶ πολλὴ παρ’ αὐτῷ, λύτρωσις, καὶ αὐτὸς λυτρώσεται τὸν Ἰσραὴλ ἐκ πασῶν τῶν ἀνομιῶν αὐτοῦ.

Ξένος μοι φαίνῃ τῇ θέᾳ καὶ τῷ τρόπῳ…

ὁ α’ χορός

Στχ. ε’. Αἰνεῖτε τὸν Κύριον πάντα τὰ ἔθνη, ἐπαινέσατε αὐτόν, πάντες οἱ λαοί.

Τί ἀπιστεῖς μου τοῖς λόγοις Ζαχαρία, ψευδῆ εὐαγγέλια, λέγων κομίζειν με; Θεοῦ Ἀρχάγγελος πέφυκα, ἃ προσετάχθην, ταῦτα σοι λέγω σὺν σοὶ ἱστάμενος, ἐπεὶ δὲ ἠπίστησας, καὶ οὐκ ἐπίστευσας, ἔσῃ κωφεύων καὶ ἄλαλος, ἕως ἂν ἴδῃς, ἐμῶν ῥημάτων τὴν θείαν ἔκβασιν. Ἐπὰν δὲ τέκῃ Ἐλισάβετ σοι, τὴν τοῦ Λόγου φωνὴν μέγαν Πρόδρομον, τρανουμένης τῆς γλώττης, εὐλογήσεις τὸν Θεὸν Ἰσραήλ.

ὁ β’ χορός

Στχ. Ϛ ‘. τι ἐκραταιώθη τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἐφ’ ἡμᾶς, καὶ ἡ ἀλήθεια τοῦ Κυρίου μένει εἰς τὸν αἰῶνα.

Τί ἀπιστεῖς μου τοῖς λόγοις Ζαχαρία… 

ὁ α’ χορός

Δξα Πατρί… Ἦχος πλ.β’ Βυζαντίου

κ στειρευούσης σήμερον νηδύος, καρπὸς προσευχῆς ἀνεβλάστησεν, Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος. Ἀγάλλου ἡ ἔρημος, καὶ χόρευε ἡ ἀνθρωπότης, ὁ τῆς μετανοίας κήρυξ, ἰδοὺ ἄρχεται, ἐν κοιλίᾳ μητρικῇ σαρκοῦσθαι. Δεῦτε ἀγαλλόμενοι ἐν τῇ ἐνδόξῳ αὐτοῦ συλλήψει, οἱ φιλέορτοι χορεύσωμεν βοῶντες· ὁ ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων ὑπάρχων, μὴ διαλίπῃς πρεσβύειν, ὑπὲρ τῶν πίστει τιμώντων, τὴν θείαν σου σύλληψιν, ὅπως εὕρωμεν ἱλασμὸν ἁμαρτιῶν, καὶ τὸ μέγα ἔλεος.

 ὁ β’ χορός

Κα νν...Θεοτοκίον ἦχος ὁ αὐτός

Τίς μὴ μακαρίσει σε, Παναγία Παρθένε; τὶς μὴ ἀνυμνήσει σου τὸν ἀλόχευτον τόκον; ὁ γὰρ ἀχρόνως ἐκ Πατρὸς ἐκλάμψας Υἱὸς μονογενής, ὁ αὐτὸς ἐκ σοῦ τῆς Ἁγνῆς προῆλθεν, ἀφράστως σαρκωθείς, φύσει Θεὸς ὑπάρχων, καὶ φύσει γενόμενος ἄνθρωπος δι’ ἡμᾶς, οὐκ εἰς δυάδα προσώπων τεμνόμενος, ἀλλ’ ἐν δυάδι φύσεων ἀσυγχύτως γνωριζόμενος. Αὐτὸν ἱκέτευε, σεμνὴ παμμακάριστε, ἐλεηθῆναι τάς ψυχὰς ἡμῶν.

Εσοδος.

Σοφα ρθοί !

χος β’

Φῶς ἱλαρὸν ἁγίας δόξης, ἀθανάτου Πατρός, οὐρανίου, ἁγίου, μάκαρος, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλθόντες ἐπὶ τὴν ἡλίου δύσιν, ἰδόντες φῶς ἑσπερινόν, ὑμνοῦμεν Πατέρα, Υἱόν, καὶ ἅγιον Πνεῦμα Θεόν. Ἄξιόν σε ἐν πᾶσι καιροῖς, ὑμνεῖσθαι φωναῖς αἰσίαις, Υἱὲ Θεοῦ, ζωὴν ὁ διδούς, Διὸ ὁ κόσμος σὲ δοξάζει.

σπρας Προκεμενον

Τῇ Παρασκευῇ ἑσπέρας   

 Ἦχος βαρύς

ὁ α’ χορός  

 Θεὸς ἀντιλήπτωρ μου εἶ, τὸ ἔλεος σου προφθάσει με.

     ὁ β’ χορός

 Θεὸς ἀντιλήπτωρ μου εἶ, τὸ ἔλεος σου προφθάσει με.

ὁ α’ χορός  

Στίχ. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, ὁ Θεός.

 Θεὸς ἀντιλήπτωρ μου εἶ, τὸ ἔλεος σου προφθάσει με.

Γενέσεως τὸ Ἀνάγνωσμα

(Κεφ. 17,15-17,19 & 18,11-14 & 21,1-2,4-8)

Εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς τῷ Ἀβραάμ. Σάρα ἡ γυνή σου, οὐ κληθήσεται τὸ ὄνομα αὐτῆς Σάρα, ἀλλὰ Σάρρα ἔσται τὸ ὄνομα αὐτῆς. Εὐλογήσω δὲ αὐτήν, καὶ δώσω σοι ἐξ αὐτῆς τέκνον, καὶ εὐλογησω αὐτό, καὶ ἔσται εἰς ἔθνη, καὶ βασιλεῖς ἐθνῶν ἐξ αὐτοῦ ἐξελεύσονται. Καὶ ἔπεσεν Ἀβραὰμ ἐπὶ πρόσωπον αὐτοῦ, καὶ ἐγέλασε, καὶ εἶπεν ἐν τῇ διανοίᾳ αὐτοῦ, λέγων. Εἰ τῷ ἑκατονταετεῖ γεννήσεται υἱός; καὶ εἰ ἡ Σάρρα ἐννενήκοντα ἐτῶν οὖσα τέξεται; Εἶπε δὲ ὁ Θεὸς τῷ Ἀβραάμ. Ναί, Ἰδοὺ Σάρρα ἡ γυνὴ σου τέξεταί σοι υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰσαάκ, καὶ στήσω τὴν διαθήκην μου πρὸς αὐτὸν εἰς διαθήκην αἰώνιον, Ἀβραὰμ δὲ καὶ Σάρρα πρεσβύτεροι προβεβηκότες ἡμερῶν. Ἐγέλασε δὲ Σάρρα ἐν ἑαυτῇ λέγουσα· Οὔπω μὲν μοι γέγονεν ἕως τοῦ νῦν, ὁ δὲ κύριός μου πρεσβύτερος. Καὶ εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς τῷ Ἀβραάμ. Τὶ ὅτι ἐγέλασε Σάρρα ἐν ἑαυτῇ λέγουσα· Ἆρά γε ἀληθῶς τέξομαι; ἐγὼ δὲ γεγήρακα, μὴ ἀδυνατήσῃ παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ῥῆμα; Καὶ Κύριος ἐπεσκέψατο τὴν Σάρραν, καθὰ ἐλάλησε, καὶ συλλαβοῦσα, ἔτεκε τῷ Ἀβραὰμ υἱὸν εἰς τὸ γῆρας, εἰς τὸν καιρόν, καθὰ ἐλάλησεν αὐτῷ Κύριος. Περιέτεμε δὲ αὐτὸν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόη, καθὰ ἐνετείλατο αὐτῷ Κύριος ὁ Θεός. Καὶ Ἀβραὰμ ἦν ἐτῶν ἑκατόν, ἡνίκα ἐγένετο αὐτῷ Ἰσαὰκ ὁ υἱὸς αὐτοῦ. Εἶπε δὲ Σάρρα· Γέλωτά μοι ἐποίησε Κύριος· ὃς γὰρ ἂν ἀκούσῃ συγχαρεῖταί μοι. Καὶ εἶπε. Τὶς ἀναγγελεῖ τῷ Ἀβραάμ, ὅτι θηλάζει παιδίον Σάρρα, ὅτι ἔτεκον υἱὸν ἐν τῷ γήρᾳ μου; Καὶ ηὐξήθη τὸ παιδίον, καὶ ἀπεγαλακτίσθη· καὶ ἐποίησεν Ἀβραὰμ δοχήν μεγάλην, ᾗ ἡμέρα ἀπεγαλακτίσθη Ἰσαὰκ ὁ υἱὸς αὐτοῦ.

Κριτῶν τὸ Ἀνάγνωσμα

(Κεφ. 13, 2-8, 13-14, 17-18, 21)

ν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐγένετο ἀνὴρ ἐκ τῆς φυλῆς τοῦ Δάν, καὶ ὄνομα αὐτῷ Μανωέ, καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ στεῖρα, καὶ οὐκ ἔτικτε. Καὶ ὤφθη Ἄγγελος Κυρίου πρός τὴν γυναῖκα καὶ εἶπε πρὸς αὐτήν· Ἰδοὺ σὺ στεῖρα, καὶ οὐ τέτοκας, καὶ συλλήψῃ υἱόν. Καὶ νῦν φύλαξαι δή, καὶ μὴ πίῃς οἶνον καὶ σίκερα, καὶ μὴ φάγῃς πᾶν ἀκάθαρτον. Ὅτι ἰδοὺ σὺ ἐν γαστρὶ ἕξεις, καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ σίδηρος οὐκ ἀναβήσεται ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ, ὅτι Ναζηραῖον τῷ Θεῷ ἔσται τὸ παιδάριον ἀπό τῆς γαστρός. Καὶ ἦλθεν ἡ γυνή, καὶ εἶπε τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς, λέγουσα· Ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἦλθε πρὸς με, καὶ ἡ ὅρασις αὐτοῦ ὡς ὅρασις Ἀγγέλου τοῦ Θεοῦ, ἐπιφανὴς σφόδρα, καὶ εἶπεν· Ἰδοὺ σὺ ἐν γαστρὶ ἕξεις, καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ νῦν φύλαξαι, καὶ μὴ πίῃς οἶνον καὶ σίκερα, καὶ μὴ φάγῃς πᾶν ἀκάθαρτον, ὅτι Ναζηραῖον Θεοῦ ἔσται τὸ παιδάριον ἀπὸ γαστρός, ἕως ἡμέρας θανάτου αὐτοῦ. Καὶ ἐδεήθη Μανωὲ τοῦ Κυρίου, καὶ εἶπεν· Ἐν ἐμοί, Κύριε, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὃν ἀπέστειλας, ἐλθέτω δὴ ἔτι πρὸς ἡμᾶς, καὶ φωτισάτω ἡμᾶς, τὶ ποιήσωμεν τῷ παιδαρίῳ τῷ τικτομένῳ. Ἦλθε δὲ ὁ Ἄγγελος πρὸς Μανωὲ καὶ εἶπεν· Ἀπὸ πάντων ὧν εἶπον πρὸς τὴν γυναῖκά σου, φυλαξάσθω. Ἀπὸ παντός, ὃ ἐκπορεύεται ἐξ ἀμπέλου, οὐ φάγεται, καὶ οἶνον καὶ σίκερα μὴ πιέτω. Καὶ εἶπε Μανωὲ πρὸς τὸν Ἄγγελον Κυρίου. Τὶ ὄνομά σοι; ἵνα ὅταν ἔλθῃ τὸ ῥῆμά σου, δοξάσωμέν σε. Καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἄγγελος Κυρίου. Ἴνα τὶ ἐρωτᾷς τὸ ὄνομά μου; καὶ αὐτὸ ἐστι θαυμαστόν. Καὶ οὐ προσέθηκεν ἔτι ὁ Ἄγγελος Κυρίου ὀφθῆναι πρὸς Μανωέ, καὶ πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ.

Προφητείας Ἡσαΐου τὸ Ἀνάγνωσμα

(Κεφ. 40,1-5, 9 & 41,17-18 & 45,8 & 48,20-21 & 54,1)

Τάδε λέγει Κύριος· Παρακαλεῖτε, παρακαλεῖτε τὸν λαόν μου λέγει ὁ Θεός. Οἱ Ἱερεῖς λαλήσατε εἰς τὴν καρδίαν Ἱερουσαλήμ, παρακαλέσατε αὐτήν, ὅτι ἐπλήσθη ἡ Ταπείνωσις αὐτῆς· λέλυται γὰρ αὐτῆς ἡ ἁμαρτία, ὅτι ἐδέξατο ἐκ χειρὸς Κυρίου διπλᾶ τὰ ἁμαρτήματα αὐτῆς. Φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμω. Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ, πᾶσα φάραγξ πληρωθήσεται, καὶ πᾶν ὄρος καὶ βουνὸς ταπεινωθήσεται, καὶ ἔσται τὰ σκολιὰ εἰς εὐθεῖαν, καὶ αἱ τραχεῖαι εἰς ὁδοὺς λείας, καὶ ὄψεται πᾶσα σάρξ τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ. Ἐπ’ ὅρους ὑψηλοῦ ἀνάβηθι ὁ εὐαγγελιζόμενος Σιών, ὕψωσον ἐν ἰσχὺϊ τὴν φωνήν σου, ὁ εὐαγγελιζόμενος Ἱερουσαλήμ, ὑψώσατε, μὴ φοβεῖσθε. Ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός, ἐγὼ ἐπακούσομαι, ὁ Θεὸς Ἰσραήλ, καὶ οὐκ ἐγκαταλείψω αὐτούς. Ἀλλὰ ἀνοίξω ἐπὶ τῶν ὀρέων ποταμούς, καὶ μέσῳ πεδίων πηγάς, ποιήσω τὴν ἔρημον εἰς ἕλη, καὶ τὴν διψῶσαν γῆν ἐν ὑδραγωγοῖς. Εὐφρανθήτω ὁ οὐρανὸς ἄνωθεν, καὶ αἱ νεφέλαι ῥανάτωσαν δικαιοσύνην, ἀνατειλάτω ἡ γῆ, καὶ βλαστησάτω ἔλεος, καὶ δικαιοσύνην ἀνατειλάτω ἅμα. Φωνὴν εὐφροσύνης ἀναγγείλατε ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς, καὶ ἀκουστὸν γενέσθω τοῦτο. Λέγετε, ὅτι ἐρρύσατο Κύριος τὸν δοῦλον αὐτοῦ Ἰακώβ. Καὶ ἐὰν διψήσωσι δι’ ἐρήμου, ἐξάξει αὐτοῖς ὕδωρ ἐκ πέτρας. Εὐφράνθητι στεῖρα ἡ οὐ τίκτουσα, ῥῆξον καὶ βόησον ἡ οὐκ ὠδίνουσα, ὅτι πολλὰ τὰ τέκνα τῆς ἐρήμου μᾶλλον ἢ τῆς ἐχούσης τὸν ἄνδρα.

ὁ διάκονος:

  • Εἴπωμεν πάντες….. 

Ὁ Προεστὼς ἢ ὁ ναγνστης

Καταξίωσον, Κύριε, ἐν τῇ ἑσπέρᾳ ταύτῃ, ἀναμαρτήτους φυλαχθῆναι ἡμᾶς. Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν, καὶ αἰνετὸν καὶ δεδοξασμένον τὸ ὄνομά σου εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν. Γένοιτο, Κύριε, τὸ ἔλεός σου ἐφ’ ἡμᾶς, καθάπερ ἠλπίσαμεν ἐπὶ σέ. Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε. δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου. Εὐλογητὸς εἶ, Δέσποτα, συνέτισον μὲ τὰ δικαιώματά σου. Εὐλογητὸς εἶ, Ἅγιε, φώτισόν με τοῖς δικαιώμασί σου. Κύριε, τὸ ἔλεός σου εἰς τὸν αἰῶνα, τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σου μὴ παρίδῃς. Σοὶ πρέπει αἶνος, σοὶ πρέπει ὕμνος, σοὶ δόξα πρέπει, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. μήν.

 ὁ διάκονος:

  • Πληρώσωμεν τὴν ἑσπερινὴν….. 

Ἀπόστιχα

Στιχηρὰ προσόμοια

ὁ α’ χορός

                                                           Ἦχος πλ.β’   ληνποθέμενοι

Μολοῦντι εἰς Ἅγια, τὰ τῶν Ἁγίων ἁγίως, ἱερεῖ Προφήτῃ τε, καὶ ἁγίῳ ἅγιος, καθὼς γέγραπται, ἐπιστὰς Ἄγγελος, προσεφώνει λέγων. Εἱσηκούσθη σοῦ ἡ δέησις, καὶ διαλύεται, νῦν τῆς Ἐλισάβετ ἡ στείρωσις, καὶ τέξεται πρεσβῦτά σοι, υἱὸν Ἰωάννην καὶ Πρόδρομον, λύχνον τοῦ Ἡλίου, προφήτην τοῦ Ὑψίστου καὶ φωνήν, τοῦ ἐκ Παρθένου θεόπαιδος, Λόγου ἀνατείλαντος.

ὁ β’ χορός

Στίχ.  Καί σύ, παιδίον, προφήτης ὑψίστου κληθήσῃ, προπορεύσῃ γὰρ πρὸ προσώπου Κυρίου ἑτοιμάσαι ὁδούς αὐτοῦ.

Λέγε μοι τρανότατα, κατὰ τὶ γνώσομαι τοῦτο; Αὖθις πρὸς τὸν Ἄγγελον, ὁ μακαριώτατος πρέσβυς ἔφησεν· ὡς ὁρᾷς πλήρης γάρ, ἡμερῶν ὑπάρχω, Ἐλισάβετ στεῖρα πέφυκε. Πῶς οὖν μοι ῥήματα, φθέγγῃ ὑπὲρ φύσιν, ἐξίσταμαι, οὐδόλως ἀληθεύοντα, νῦν ὑπονοῶ σε ὦ ἄνθρωπε. Ἄπιθι, ἐγὼ γάρ, λαοῦ τὴν σωτηρίαν ἐξαιτῶ, οὐχὶ δὲ παῖδα κομίσασθαι, πρᾶγμα δυσπαράδεκτον.

ὁ α’ χορός

Στίχ.    Λατρεύειν αὐτῷ ἐν ὁσιότητι καί δικαιοσύνῃ ἐνώπιον αὐτοῦ, πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς ἡμῶν.

Θεοῦ Παντοκράτορος, ἐγὼ Ἀρχάγγελος πέλω, Γαβριήλ μοι ὄνομα, τῷ πρεσβύτῃ ἔφησεν ὁ Ἀσώματος, τὸ παρὸν κώφευσον, καὶ σιγὴν ἄσκησον, ἀπιστήσας ἐμοῖς ῥήμασιν. Ἐπὰν δὲ τέκῃ σοι, σάλπιγγα τοῦ Λόγου ἡ σύζυγος, τοῦ Πνεύματος τρανοῦντός σοι, γλῶτταν ἐκβοήσεις τρανότατα· Προφήτης Ὑψίστου, κληθήσῃ ὦ παιδίον τάς αὐτοῦ, προετοίμασαι ἐν χάριτι, τρίβους ὡς ηὐδόκησεν.

ὁ β’ χορός

Δξα Πατρί… Ἦχος πλ.β’

 γγελος, ἐκ στειρωτικῶν ὠδίνων προῆλθες Βαπτιστά, ἐξ αὐτῶν τῶν σπαργάνων, τὴν ἔρημον οἰκήσας, σφραγίς τε πάντων τῶν Προφητῶν ἐδείχθης· ὂν γὰρ ἐκεῖνοι πολυτρόπως ἐθεάσαντο, καὶ αἰνιγματωδῶς προεκήρυξαν, τοῦτον βαπτίσαι ἐν Ἰορδάνῃ κατηξιώθης· φωνῆς τε ἀκήκοας Πατρικῆς οὐρανόθεν, μαρτυρούσης αὐτοῦ τὴν υἱότητα, καὶ τὸ Πνεῦμα εἶδες, περιστερᾶς ἐν εἴδει, τὴν φωνὴν ἕλκον ἐπὶ τὸν βαπτιζόμενον· Ἀλλ’ ὦ πάντων τῶν Προφητῶν ὑπέρτερε, μὴ διαλίπῃς πρεσβεύειν ὑπὲρ ἡμῶν, τῶν πιστῶς σου τελούντων τὸ μνημόσυνον.

ὁ α’ χορός

Κα νν…Θεοτοκίον χος ὁ αὐτὸς

 ποιητὴς καὶ λυτρωτής μου Πάναγνε, Χριστὸς ὁ Κύριος,ἐκ τῆς σῆς νηδύος προελθών,ἐμὲ ἐνδυσάμενος, τῆς πρῴην κατάρας,τὸν Ἀδὰμ ἠλευθέρωσε·διό σοι Πάναγνε,ὡς τοῦ Θεοῦ Μητρί τε καὶ αρθένῳ ἀληθῶς, βοῶμεν ἀσιγήτως,τὸ Χαῖρε τοῦ Ἀγγέλου. Χαῖρε Δέσποινα, προστασία καὶ σκέπη, καὶ σωτηρία τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

 

ὁ προεστὼς: Νῦν ἀπολύεις …Τρισάγιον….

 ὁ α’ χορός

πολυτίκιον τοῦ Προδρόμου χος δ

Ταχ προκατάλαβε

 πρῴην οὐ τίκτουσα, στεῖρα εὐφράνθητι· ἰδοὺ γὰρ συνέλαβες, Ἠλίου λύχνον σαφῶς, φωτίζειν τὸν μέλλοντα, πᾶσαν τὴν οἰκουμένην, ἀβλεψίαν νοσοῦσαν, χόρευε Ζαχαρία, ἐκβοῶν παῤῥησίᾳ, Προφήτης τοῦ Ὑψίστου ἐστίν, ὁ μέλλων τίκτεσθαι.

ὁ β’ χορός

Δξα Πατρὶ… Κα νν… Θεοτοκον

Τὸ ἀπ’ αἰῶνος ἀπόκρυφον, καὶ Ἀγγέλοις  ἄγνωστον μυστήριον, διὰ σοῦ Θεοτόκε, τοῖς ἐπὶ γῆς πεφανέρωται, Θεός, ἐν ἀσυγχύτῳ ἑνώσει σαρκούμενος, καὶ Σταυρόν ἑκουσίως ὑπὲρ ἡμῶν καταδεξάμενος, δι’ οὗ ἀναστήσας τὸν Πρωτόπλαστον, ἔσωσεν ἐκ θανάτου τς ψυχς μν.

πόλυσις  «…Χριστὸς ὁ ἀληθινὸς Θεὸς ἡμῶν….»