Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Ιουνίου 15, 2015

Άγιος Σάββας ο Νέος, ο δια Χριστόν Σαλός

Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ
Ο Βίος του αγίου Σάββα[1] είναι το πιο αξιόλογο έργο της υστερο- βυζαντινής περιόδου και ασφαλώς η κορωνίδα των έργων[2] του Φιλοθέου. Είναι έργο μεστό και γλαφυρό, που γράφηκε από τον Φιλόθεο ύστερα από πολλή προετοιμασία, φροντίδα και έρευνα.
Αφετηρία για τη συγγραφή του Βίου ήταν η μεγάλη αγάπη και ο απέραντος θαυμασμός, που ειχε ο Φιλόθεος για τον άγιο. Η ιδέα για τη συγγραφή του έργου αυτού απασχολούσε έντονα τη σκέψη του από πολύ καιρό[3]. Παράλληλα όμως φαίνεται ότι δίσταζε να αναλάβει ένα τόσο μεγάλο εγχείρημα, γιατί δεν ήταν βέβαιος αν είχε τις ανάλογες δυνάμεις και τον απαιτούμενο χρόνο. Τελικά όμως κατανίκησε τους δισταγμούς αυτούς και υπερίσχυσε ο «περιφανής πόθος» του για τον Σάββα. Άλλωστε πίστευε πως η δημοσίευση του έργου αυτού θα γινόταν «κοινόν όφελος», γιατί ο άγιος ήταν «λόγου και αρετής διδασκάλιον»[4].
α) Οι πηγές τον Βίου.
Ο Φιλόθεος έζησε κοντά στον Σάββα λίγο σχετικά χρόνο[5] και γι’ αυτό ήταν αναγκαίο να συμπληρώσει τις γνώσεις του για τη ζωή του αγίου και από άλλες πηγές.
Για τα πρώτα χρόνια του Σάββα στο Άγιο Όρος, ο Φιλόθεος συγκέντρωσε πληροφορίες από συνασκητές του αγίου, που τον είχαν γνωρίσει προσωπικά και ζούσαν ακόμη όταν έγραφε τον Βίο[6]. Για τις περιπέτειες και τις περιπλανήσεις του Σάββα στους άγιους Τόπους πληροφόρησαν τον συγγραφέα, «άνδρες αγαθοί και τιμάν ειδότες αρετήν τε και αλήθειαν άμα». Με τους ανθρώπους αυτούς και με τους μαθητές του αγίου επικοινώνησε ο Φιλόθεος πριν και μετά τον θάνατο του Σάββα[7]. Γενικά προσπαθούσε να συγκεντρώσει τις πληροφορίες «των καλώς ειδότων εκείνα καλώς και φιλαλήθως λεγόντων»[8].
Βασική όμως και πολύτιμη πηγή του Φιλοθέου για τον Βίο του αγίου Σάββα ήταν ένας παλιός του φίλος, μοναχός από τη μονή του Βατοπεδίου. Ο μοναχός, που δεν κατονομάζεται, δεν ανήκε αρχικά στην ομάδα των μαθητών του Σάββα. Όταν όμως τον γνώρισε καλύτερα, αφοσιώθηκε σ’ αυτόν ολόψυχα[9] και τον υπηρέτησε μέχρι τον θάνατό του. Ο μοναχός αυτός εμπιστεύτηκε στον Φιλόθεο τις εμπειρίες και τις γνώσεις του από τη συνεχή συμβίωσή του με τον Σάββα, ο οποίος, λέγει ο Φιλόθεος, «ταύτα και προς τον μαθητήν αυτός εκείνος περί που τους της ζωής επιλόγους ωφελείας έλεγε χάριν και πολλούς τινας έσχε τους των εκείνου τα πλείω γε συνειδότας, εί και των άλλων εκείνος αξιώτατος και προύχων εις μαρτυρίαν των αυτός αυτού πολλώ τινι δηλαδή τω μέτρω, ως γε εγώ νομίζω, οίμαι δ’ ότι και των ευ ειδότων εκείνον έκαστος»[10]. Οι εκμυστηρεύσεις αυτές του Σάββα απετέλεσαν τη βάση του Βίου[11].
Εκτός από τις πληροφορίες που συγκέντρωσε από τις πηγές αυτές, ο Φιλόθεος είχε γνωρίσει προσωπικά τον Σάββα στη μονή του Βατοπεδίου του Αγίου Όρους[12]. Την εποχή εκείνη ο Φιλόθεος μόλις είχε γίνει μοναχός και ο Σάββας ειχε πρόσφατα επιστρέψει στον Άθω μετά από είκοσι χρόνια απουσίας[13]. Ο Φιλόθεος θυμάται με πολλή συγκίνηση τη γνωριμία του με τον Σάββα. Ιδίως αναπολεί με νοσταλγία τις εμπειρίες από τη συμβίωση και τη συναναστροφή του με τον άγιο και μάλιστα τα θαυμαστά γεγονότα, στα οποία ο ίδιος ήταν «αυτόπτης» και «αυτήκοος»[14]. Από τότε έγινε ανθουσιώδης μαθητής του Σάββα και τον ανεγνώριζε ως πνευματικό του καθοδηγό. Ο άγιος έγινε για τον Φιλόθεο ο «φιλόστοργος πατήρ», που τον δέχτηκε ανεπιφύλακτα με όλη του την αγάπη, και τον καθοδηγούσε στην αρετή, «λιμήν οίον παντοδαπής αναψύξεως και φθεγγομένη και σιωπώσα παραίνεσις»[15]. Οι δύο άνδρες συνδέθηκαν με βαθιά φιλία, αγάπη και έγιναν ομόψυχοι και «συμφυείς»[16].
Agios Savvas o dia Hriston Salos 29
Ο Φιλόθεος, καθώς είχε πλέον την απόλυτη εμπιστοσύνη του Σάββα, μπορούσε να ακούει τις πνευματικές εκμυστηρεύσεις από τον πλούτο των εμπειριών του αγίου[17]. Ένα τέτοιο περιστατικό έμεινε ανεξίτηλο στη μνήμη του Φιλοθέου. Στην εορτή της Μεταμορφώσεως ο Σάββας θέλησε να φανερώσει στον Φιλόθεο κάτι από το μυστήριο της θεοφανείας, του οποίου ήταν κοινωνός. Με ορισμένες χαρακτηριστικές λεπτομέρειες, που δείχνουν τον βαθύ σύνδεσμο των δύο ανδρών, ο Φιλόθεος περιγράφει τη σκηνή αυτή με ιδιαίτερη ζωηρότητα: «Επεί τα της δεσποτικής μεταμορφώσεως πανδημεί πανηγυρίζοντες ήμεν… τα χείλη μοι τοίς ωσίν εμβαλών, ώστε δή και προσάψασθαι, “εις τούτο το μυστήριον εν απορρήτοις”, είπεν, “ω βέλτιστε, φθάσαι δει τον προς την ευαγγελικήν επειγόμενον τελειότητα”. Εγώ δε προς τον λόγον εκπλαγείς στρέφω τους οφθαλμούς αθρόον προς την ιεράν όψιν εκείνην, ώστ’ αν ερέσθαι τι περί τούτου σαφέστερον… την όψιν ούτω δεδοξασμένην είδον και χαράς υπερβαλλούσης και λαμπρότητος έμπλεων, ως άρτι τότε της δεσποτικής μετασχούσαν εκείνης θεοπτίας τε και μεταμορφώσεως»[18].
Έτσι ο Φιλόθεος για τη συγγραφή του Βίου δεν εξαρτάται μόνο από τις πηγές που αναφέραμε, αλλ’ έχει και ο ίδιος τις δικές του εμπειρίες, που τις παραθέτει με ιδιαίτερη ικανοποίηση[19].
β) Η «μωρία» τον αγίου Σάββα.
Ο Σάββας κατά περιόδους προσποιήθηκε ότι ήταν «μωρός» και γι’ αυτό συγκαταλέγεται στην ομάδα των αγίων που ονομάζονται οι «διά Χριστόν Σαλοί». Το θέμα των αγίων αυτών είναι μεγάλο και περίπλοκο[20]. Εμείς εδώ θα περιοριστούμε να διατυπώσουμε μερικές βασικές θέσεις σχετικά με τη «μωρία» του Σάββα, όπως την ερμηνεύει ο Φιλόθεος.
Καταρχήν πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο Φιλόθεος κατηγορηματικά ξεχωρίζει τον Σάββα από όλους σχεδόν τους «διά Χριστόν Σαλούς». Γι’ αυτό δεν χρησιμοποιεί για τον Σάββα τους γνωστούς όρους «σαλότης» και «σαλός», αλλά τους παύλειους όρους «μωρία» και «μωρός». Η «μωρία» του Σάββα, τονίζει ο Φιλόθεος, ήταν συνετή και φιλοσοφημένη χωρίς σκανδαλιστικές και έντονα προκλητικές φάρσες ή συχνά φαινομενικά άσεμνες πράξεις, που χαρακτηριστικά απαντούν στους Βίους των γνωστών Σαλών. Ο Σάββας ήταν ειρηνικός, «ευσταθείας μεστός» και συμπεριφερόταν προς όλους με σοβαρότητα και χάρη[21].
Με ιδιαίτερη έμφαση τονίζεται στον Βίο του αγίου ο άρρητος σύνδεσμος της «μωρίας» με τη σιωπή. Τούτο έχει ιδιαίτερη σημασία και αποτελεί ένα νέο στοιχείο. Η «μωρία» των Σαλών συνήθως εκδηλωνόταν με παράδοξες και αμφιλεγόμενες πράξεις με κύριο στόχο να προσβάλουν τη συμβατική ηθική και το εκκλησιαστικό κατεστημένο, που είχε χάσει τη χαρισματική του διάσταση. Όπως ήταν επόμενο, τέτοιες πράξεις δημιουργούσαν βίαιες αντιδράσεις, θόρυβο, ταραχή και ισχυρό σκανδαλισμό σε αρκετούς πιστούς.
Αντίθετα η «ησυχαστική μωρία» του Σάββα δεν κατέφευγε σε τέτοιες προκλητικές ενέργειες ούτε επεδίωκε την οξύτητα. Έτσι η «μωρία» του αγίου φαινόταν στούς πολλούς όχι σαν τρέλλα, αλλά μάλλον σαν μια ακίνδυνη ηλιθιότητα, σαν άνοια. Γι’ αυτό, ενώ συχνά οι παράδοξες ενέργειες των Σαλών διασκέδαζαν ή σκανδάλιζαν τον κόσμο και τον έκαναν να γελάει ή να αγανακτεί, η συμπεριφορά του «μωρού» Σάββα κινούσε τον οίκτο και τη συμπάθεια για έναν δυστυχισμένο άνθρωπο.
Αυτό το κατόρθωνε ο Σάββας, γιατί μπορούσε να συνδέει οργανικά τη «μωρία» με τη χαρισματική σιωπή. Πίστευε πως η «μωρία» χωρίς τη σιωπή αυτή είναι επικίνδυνη, επειδή καταλήγει σε πραγματική μωρία, ενώ αυτός που θέλησε να τη χρησιμοποιήσει για να εμπαίξει την κοσμική κενοδοξία, στο τέλος εμπαίζεται ο ίδιος[22]. Χωρίς λοιπόν τη σιωπή ο κίνδυνος γι’ αυτούς που θέλουν να προσποιηθούν τον «διά Χριστόν μωρόν» είναι «μήπως εμπαίζειν τοις εχθροίς επιχειρήσαντες δήθεν, εις εμπαιγμόν έπειτα και χλεύην εαυτών καταλήξωσι… Νήφειν δ’ ακριβώς… ούκ αν ποτε προσγένοιτο σιωπής δίχα τω μετιόντι ταυτηνί την οδόν»[23].
Φαίνεται πάντως ότι ο Φιλόθεος, όπως και άλλοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς[24], διατηρούσε πολλές επιφυλάξεις για τους «διά Χριστόν Σαλούς», από τους οποίους με δυσκολία δέχεται «ένα που και δεύτερον μόγις»[25], εννοώντας προφανώς τους Σαλούς αγίους Συμεών και Ανδρέα. Για τον λόγο αυτόν υπογραμμίζει ότι είναι επικίνδυνο να προσπαθήσει κανείς να πετύχει την τελειότητα κάνοντας τον σαλό[26].
Agios Savvas o dia Xriston Salos 835
Για ποιόν όμως λόγο επιμένει ο Φιλόθεος τόσο πολύ στο θέμα αυτό και επισημαίνει τους κινδύνους που συνεπάγεται η διά Χριστόν μωρία και γιατί τόσο εμφατικά θέλει να περιφρουρήσει τους πιστούς από ένα τέτοιο ενδεχόμενο; Μήπως στην εποχή του είχε σημειωθεί κάποια ανησυχητική εξάπλωση του φαινομένου αυτού; Η ανασφάλεια εξάλλου και το άγχος, που ήταν αναπόφευκτες εμπειρίες για τους υπηκόους μιας αυτοκρατορίας που κατέρρεε, και που επιτείνονταν από τις κοινωνικές, εκκλησιαστικές και πολιτικές αναστατώσεις, ενθάρρυναν άραγε μερικούς καιροσκόπους να παριστάνουν τους Σαλούς;
Όποιες πάντως και αν είναι οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά, το βέβαιο είναι ότι ο Φιλόθεος, όταν αναπτύσσει το θέμα της «μωρίας», ομολογεί πως ήθελε να εξυμνήσει τη δόξα του Σάββα. Γενικότερα όμως τονίζει ότι η προσποιητή μωρία α) δεν αποτελεί «νόμον πολιτείας αρίστης», β) αποπροσανατολίζει την προσοχή του ανθρώπου και γ) τον εμποδίζει να αντιληφθει την πραγματική αρετή[27].
Οι βασικές λοιπόν διαφορές ανάμεσα στη «μωρία» του Σάββα και στη «μωρία» των κλασικών διά Χριστόν Σαλών μπορούν να συνοψισθούν στα εξής σημεία:
α) Η «μωρία» του Σάββα δεν εκδηλωνόταν με παραδοξότητες, προκλητικές πράξεις και αστεϊσμούς, αλλά κυρίως με τη σιωπή.
β) Ο Σάββας, δεν κατέφευγε στη «μωρία» συνεχώς, αλλά περιοδικά[28].
γ) Η «μωρία» του Σάββα δεν είχε σαν στόχο μόνο την ταπείνωσή του και τον εμπαιγμό της ανθρώπινης κενοδοξίας, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις —όπως στη λατινοκρατούμενη Κύπρο— είχε και ομολογιακό χαρακτήρα[29].
γ) Ο χρόνος της συγγραφής του Βίου.
Ο Βίος του αγίου Σάββα γράφηκε μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου 1341-1347[30]. Ο Φιλόθεος ήταν μητροπολίτης Ηρακλείας και στα εκκλησιαστικά πράγματα επικρατούσε σχετική ηρεμία, μολονότι ορισμένοι οπαδοί του Ακινδύνου θορυβούσαν ακόμη[31].
Ειδικότερα όταν ο Φιλόθεος αναφέρεται στην πολιτική κατάσταση κατά τον χρόνο της συγγραφής του Βίου, εξαίρει «την νύν ορωμένην της βασιλείας ομοφροσύνην»[32]. Ο Ιωάννης Στ’ Καντακουζηνός συμβασιλεύει «μετά πολλής τίνος της ομοφροσύνης τω υιεί τε και βασιλεί» και όλοι απολαμβάνουν τα αγαθά από «τας φίλας καταλλαγάς και την κοινήν ομοφροσύνην»[33].
Με την «ομοφροσύνην» αυτή υπονοείται το χρονικό διάστημα που συμβασίλεψαν ο Καντακουζηνός με τον γαμβρό του Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγο, δηλαδή από τις 8 Φεβρουάριου του 1347 μέχρι τον Απρίλιο του 1353 [34]. Στη χρονική αυτή περίοδο πρέπει καταρχήν να είχε γράψει ο Φιλόθεος τον Βίο του αγίου Σάββα.
Τον χρόνο όμως της συγγραφής του Βίου μπορούμε να τον προσδιορίσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια από την ανάλυση δύο εσωτερικών μαρτυριών:
α) Ο Σάββας σε ηλικία δεκαοκτώ ετών έφυγε από το πατρικό του σπίτι στη Θεσσαλονίκη για να μονάσει στο Άγιο Όρος[35], όπου ασκήτεψε επτά χρόνια[36]. Το 1308 από την αναστάτωση που προξένησαν οι επιδρομές των Καταλανών στη Μακεδονία και ειδικότερα στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, αναχώρησε για τους αγίους Τόπους[37], όταν δηλαδή έγινε εικοσιπέντε χρόνων. Επομένως ο όσιος γεννήθηκε το (1308-25=) 1283[38].
Τον Μάρτιο του 1342 δέχθηκε παρά τη θέλησή του να συμμετάσχει στην αγιορείτικη πρεσβεία για τον τερματισμό του εμφυλίου πολέμου 1341-1347, αφού προφήτεψε την αποτυχία της. Ο Φιλόθεος σχολιάζοντας το γεγονός σημειώνει ότι ο Σάββας «… ταύτα προ- ειπών μετ’ ενιαυτόν έβδομον οίμαι που την ποθουμένην ειρήνην ιδών της τε βασιλείας και της ιεράς εκκλησίας και τας φιλτάτας καταλλαγάς, υπέρ ών και πολλάκις ηύξατο και τοίς φίλοις εν μυστηρίω προείπεν αύθις, αυτόθι μεταλλάττει μακαρίως τον βίον»[39], «ούπω της πρεσβυτικής επιβάς ηλικίας»[40].
Ο Σάββας λοιπόν κατά τους υπολογισμούς αυτούς πέθανε επτά περίπου χρόνια μετά την αναχώρηση της αγιορείτικης πρεσβείας για την Κωνσταντινούπολη, δηλαδή το (1342+7=) 1349.
Ο Festugiere[41] δέχεται ως χρόνο θανάτου του οσίου το 1348, γιατί τοποθετεί τη σχετική με τον θάνατο του Σάββα προφητεία[42] το 1341. Από το κείμενο όμως του Βίου[43] φαίνεται ότι η προφητεία αυτή έγινε μάλλον λίγο πριν από την αναχώρηση της αγιορείτικης πρεσβείας από το Άγιον Όρος (23 Μαρτίου 1342) για την Κωνσταντινούπολη. Ο άγιος, σύμφωνα με τον υπολογισμό αυτό πέθανε το (1341+7=) 1348.
Ίσως ο Festugiere στους υπολογισμούς για τον καθορισμό του έτους θανάτου του οσίου επηρεάστηκε από το «αυτόθι»[44], που δεν το κατανόησε σαν τοπικό, αλλά σαν χρονικό επίρρημα και γι’ αυτό παρατηρεί[45]: «… il est dit aussi que Sabas aprophetise qu’il mourrait a ce moment- lameme(αυτόθι μεταλλάττει μακαρίως τον βίον…)». Υπέρ των υπολογισμών του Festugiere συνηγορεί η πληροφορία ότι ο Σάββας μετά την αποτυχία της αγιορείτικης πρεσβείας και την επιστροφή της (Φθινόπωρο του 1342) στο Άγιο Όρος, εγκαταβίωσε στη μονή του Χριστού της Χώρας[46], όπου πέρασε τα τελευταία έξη χρόνια της ζωής του[47]. Άρα, σύμφωνα με τον υπολογισμό αυτόν, που είναι ίσως ασφαλέστερος, ο Σάββας πέθανε το (1342+6=) 1348 και κατά πάσαν πιθανότητα τον χειμώνα του έτους αυτού ή στις αρχές του 1349.
β) Στον Βίο ο Φιλόθεος εκφράζεται με πολλή απαισιοδοξία για τα προσωπικά του θέματα. Αντιμετωπίζει «την ποικίλη ταυτηνί του πολέμου δυναστείαν»[48], που είχε σαν συνέπεια να κάνει τη ζωή του «αηδή και κατώδυνον»[49]. Στη συνέχεια διαπιστώνει ότι από πρώτος έγινε «έσχατος» και ότι η μόνη ελπίδα που του απομένει είναι η βοήθεια του αγίου, που θα δώσει «την λύσιν ό,τι τάχος»[50] από το αδιέξοδο που ζει και την αβεβαιότητα που τον ταλαιπωρεί[51].
Νομίζουμε ότι τα χωρία αυτά απηχούν την έντονη πίκρα και απογοήτευση, που δοκίμασε ο Φιλόθεος σαν μητροπολίτης Ηρακλείας, από την αντίδραση που αντιμετώπισε εκεί, κυρίως από τους αξιωματούχους. Ο ίδιος περιγράφει με τα πιο μελανά χρώματα τις μεγάλες δυσκολίες που συνάντησε στην Ηράκλεια και εκθέτει τους λόγους που τον ανάγκαζαν να παραιτηθεί από τη θέση του. «Τούτοις τοίνυν και τοίς πολλώ χείροσιν έτι καθ’ υπερβολήν… δυσχεραίνων»[52], ο Φιλόθεος αποσύρθηκε σ’ ένα δυσπρόσιτο μονύδριο κοντά στην Ηράκλεια και προετοίμαζε την οριστική του αποχώρηση. Στο μονύδριο αυτό είχε ασκητέψει και ο Σάββας πριν από την εγκαταβίωσή του στη μονή του Διομήδους στην Κωνταντινούπολη.
Όσο έμεινε εκεί ο Φιλόθεος είχε τον χρόνο να συγγράψει ένα τόσο εκτενές έργο, όπως είναι ο Βίος αυτός. Εξάλλου ο έντονος πόθος που είχε από καιρό για τη συγγραφή του Βίου του Σάββα, θα ενισχυόταν από το γεγονός ότι ζούσε σ’ έναν τόπο, όπου πριν απ’ αυτόν είχε ασκητέψει ο άγιος.
Δεν πρέπει βέβαια να παραβλέψουμε και την ψυχολογική κατάσταση του Φιλοθέου στη φάση αυτή της ζωής του, που διακατεχόταν από πίκρα και αβεβαιότητα. Σε μια τέτοια κατάσταση ήταν πολύ φυσικό να αναπολούσε με νοσταλγία τις ευτυχέστερες μέρες, γεμάτες γαλήνη και πνευματική πληρότητα, που έζησε κοντά στον Σάββα στα πρώτα χρόνια της μοναχικής του ζωής. Ήταν εποχή που δεν είχε διοικητικές ευθύνες και μέριμνες, που αναπόφευκτα φθείρουν και εξουθενώνουν κάθε γνήσιο πνευματικό άνθρωπο.
Τον Απρίλιο του 1350 ο Φιλόθεος είχε αποφασίσει οριστικά να εγκαταλείψει τη μητρόπολή του και να καταφύγει στην Κωνσταντινούπολη. Την απόφασή του αυτή την πραγματοποίησε τη διακαινήσιμο εβδομάδα του Πάσχα του 1350[53]. Λίγο αργότερα, στις 23 Οκτωβρίου του 1351, έγινε η άλωση της Ηρακλείας από τους Γενουάτες[54].
Με βάση τις παρατηρήσεις αυτές δεχόμαστε καταρχήν πως ο Βίος του Σάββα γράφηκε στο χρονικό διάστημα από τον χρόνο θανάτου του αγίου μέχρι την αποχώρηση του Φιλοθέου από την έδρα του πριν από την άλωση της Ηρακλείας, δηλαδή από το δεύτερο εξάμηνο του 1349 μέχρι το Πάσχα του 1350.
Στον Βίο όμως υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις, που μας επιτρέπουν να διατυπώσουμε υποθέσεις σχετικά με τον τόπο, τον ακριβέστερο χρόνο και τα περιστατικά που συσχετίζονταν με την εκφώνηση του αγιολογικού αυτού έργου. Τέτοιες ενδείξεις είναι οι ακόλουθες.
α) Ο Βίος του Σάββα έχει ένα επίσημο, πανηγυρικό και θριαμβευτικό χαρακτήρα. Ο ταπεινός άγιος δεν διαλέγεται μόνο με τους άσημους, αλλά και με βασιλείς, άρχοντες, πατριάρχες, που τον τιμούν και επιζητούν τη συμβουλή του. Ιδιαίτερα όμως προβάλλεται η προσωπικότητα και το έργο του Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνού και η στενή του σχέση με τον άγιο[55]. Τονίζεται επίσης η συμβολή του Καντακουζηνού στον θρίαμβο της Ορθοδοξίας και στην καταδίκη των αντιπαλαμιτών[56]. Τέλος υπάρχει διάχυτη στον Βίο μια αίσθηση αισιοδοξίας για την καλή έκβαση των πολιτικών και εκκλησιαστικών πραγμάτων και εξαίρεται το αγαθό της ειρήνης[57].
β) Στον Βίο υπάρχει μια έντονη απέχθεια και καταδίκη για τη στάση των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη, οι οποίοι περιγράφονται με τα μελανότερα χρώματα, ιδιαίτερα μάλιστα ο αρχηγός τους Ανδρέας Παλαιολόγος[58]. Ο Σάββας παρουσιάζεται πολλές φορές να εκφράζει τον αποτροπιασμό του για τα εγκλήματά τους. Γενικά ο Βίος παρουσιάζει τους Ζηλωτές ως «κακίστους και δύσνους παντάπασι τη εκ Θεού βασιλεία και Θεού μεν και της αυτού εκκλησίας προφανώς αλιτηρίους και αποστάτας, μιαρούς δε τινας και φθόρους και κοινούς ολετήρας του ανθρωπείου γένους…, οίτινες επί κακίστου προσρήματι ζήλου τυραννίδα σφίσιν αυτοίς περιποιησάμενοι κακούργως φόνων αισχίστων και αλλοκότων τινών αιμάτων ου Θεσσαλονίκην μόνον, αλλά και πάσαν σχεδόν την υπό Ρωμαίους ενέπλησαν»[59].
γ) Υπάρχει μια εκτενής εξύμνηση της Θεσσαλονίκης, της γενέτειρας του αγίου. Στην εξύμνηση αυτή αντιπαρατίθενται η ευτυχία και η ζηλευτή κατάσταση της πόλης με τη θλιβερή κατάσταση που δημιουργήθηκε από τη στάση των Ζηλωτών[60]. Για τα δεινά της πόλης ο Σάββας εκδηλώνει έντονο ενδιαφέρον, αλλά και οι Θεσσαλονικείς με κάθε τρόπο δείχνουν την αγάπη και το σεβασμό τους γι’ αυτόν[61].
Από τις ενδείξεις αυτές διαπιστώνουμε καταρχήν ένα αυξημένο ενδιαφέρον για τη Θεσσαλονίκη και τα προβλήματά της, που θα επέτρεπε να υποθέσουμε ότι ο Βίος αυτός έπρεπε να είχε εκφωνηθεί στη Θεσσαλονίκη. Εξάλλου στο χωρίο του Βίου 28, στίχ. 22 έ.[62] φαίνεται ότι από τους δύο τόπους, όπου ήταν δυνατό να εκφωνήθηκε ο Βίος, δηλαδή η Θεσσαλονίκη και ο Άθως, όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν υπέρ της Θεσσαλονίκης.
Εφόσον ο Βίος γράφηκε στην Ηράκλεια από το δεύτερο εξάμηνο του 1349 μέχρι το Πάσχα του 1350 και εκφωνήθηκε στη Θεσσαλονίκη, τότε θα πρέπει να αναζητήσουμε μια επίσημη πανηγυρική εκδήλωση, που έγινε στην πόλη αυτή κατά το χρονικό αυτό διάστημα. Η εκδήλωση αυτή σύμφωνα με τις ενδείξεις που προαναφέραμε θα προϋπόθετε την παρουσία μελών της βασιλικής οικογενείας ή εκπροσώπων του Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνού, εορτασμούς για την πρόσφατη συντριβή της στάσης των Ζηλωτών και τέλος μια ικανοποίηση από την επικράτηση της ορθόδοξης διδασκαλίας του Γρηγορίου Παλαμά και την καταδίκη του Ακινδύνου[63].
Απ’ όσα γνωρίζουμε μια τέτοια πανηγυρική εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη κατά την περίοδο αυτή ήταν η ενθρόνιση του Γρηγορίου Παλαμά στον μητροπολιτικό θρόνο της πόλης[64], που συνέπεσε με την καταστολή της στάσης των Ζηλωτών από τον Καντακουζηνό κατά το τέλος του 1350[65].
Φαίνεται λοιπόν ότι ο Παλαμάς συνοδευόταν και από τον Θεσσαλονικέα Φιλόθεο, όταν έφθασε στη Θεσσαλονίκη για να αναλάβει επίσημα τα ποιμαντικά του καθήκοντα μετά την υποταγή των Ζηλωτών από τον Καντακουζηνό[66]. Με την ευκαιρία αυτή είναι πιθανόν ότι ο Φιλόθεος εκφώνησε τον Βίο του Σάββα, που απηχεί την κατάσταση στην πόλη κατά την εποχή της ενθρόνισης του Παλαμά και εκφράζει τις θέσεις του συγγραφέα για τον Καντακουζηνό και τον ησυχασμό.
δ) Το περιεχόμενο του Βίου.
Στον Πρόλογο αναφέρονται οι λόγοι που κίνησαν τον Φιλόθεο να συγγράψει τον Βίο του Σάββα (1).
Εξυμνείται η Θεσσαλονίκη, πατρίδα του αγίου, και αναφέρονται οι πρόσφατες περιπέτειές της (2). Εγκωμιάζονται οι γονείς του αγίου, ο οποίος διδάχτηκε τα εγκύκλια μαθήματα στη Θεσσαλονίκη και από την παιδική του ηλικία διακρίθηκε για την αρετή του (4-5).
Μόλις έγινε έφηβος έφυγε κρυφά από τους δικούς του και πήγε στο Άγιο Όρος. Εκεί υποτάχθηκε σε αυστηρό Γέροντα, εκάρη μοναχός και από Στέφανος μετονομάστηκε Σάββας (6-7). Ο Γέροντάς του ήταν ιδιαίτερα τραχύς και σκληρός.. Ο Σάββας διακρίθηκε για την ασκητικότητα, τις πολλές αρετές, την αντοχή στη σκληραγωγία και την αγάπη για τον πνευματικό του πατέρα (8-9). Η αναγνώριση των αρετών του ήταν γενική. Ο άγιος θεώρησε τον εαυτό του ανάξιο να χειροτονηθεί ιερέας και επειδή τον πίεζε ο Γέροντάς του εξαφανίστηκε. Αργότερα επέστρεψε και συγχωρήθηκε (10-11). Περιγράφεται η σωματική αντοχή του Σάββα και η αγάπη του για τους ανθρώπους (12). Λόγω των επιδρομών των Καταλανών ο Γέροντας του Σάββα κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη. Ο Σάββας αντιμετώπισε τον πόθο για τους γονείς του, που δεν είχαν παύσει να τον αναζητούν. Για να μην υποκύψει και επειδή αποκόπηκε από τη συνοδία του Γέροντά του ύστερα από τις επιδρομές, αποδεσμεύτηκε (13-14) και αποφάσισε να επισκεφθεί τους αγίους Τόπους. Καθ’ οδόν επισκέφθηκε τη Λήμνο, Λέσβο, Χίο, Έφεσο, Πάτμο, Κύπρο. Προσευχή του αγίου, ο οποίος από αγάπη προσφέρει στον Θεό σιωπή και νέκρωση σώματος και γίνεται κάτοχος της «μακαρίας μανίας». Γυμνός γύριζε στην Κύπρο, ξένος, άστεγος, αμίλητος και υποκρινόταν τον «μωρό» (15-18) με περίσκεψη. Αντιδιαστέλλονται οι μή γνήσιοι «διά Χριστόν μωροί», που καταλήγουν να γίνονται εμπαιγμός των δαιμόνων, από τους λίγους γνήσιους, όπως ήταν ο Σάββας (19). Ο άγιος με τη «μωρία» του σωφρόνισε στην Κύπρο μια γυναίκα που είχε εντυπωσιαστεί από την ωραία του σωματική διάπλαση (20). Στη συνέχεια γελειοποίησε έναν πλούσιο και αγέρωχο Ιταλό και γι’ αυτό κακοποιήθηκε με πρωτοφανή αγριότητα. Με παρέμβαση των ορθοδόξων σώθηκε από βέβαιο θάνατο (21). Περιόδεψε το νησί ασκώντας τη συνετή μωρία και υπέφερε πολλές ταλαιπωρίες, αλλά με την προσευχή αντιμετώπισε τους διάφορους πειρασμούς, ιδίως τη νοσταλγία του για την πατρίδα, τους γονείς και τους φίλους (22-23). Όταν επισκέφθηκε ένα λατινικό μοναστήρι την ώρα του φαγητού, οι μοναχοί αντί να τον ελεήσουν τον κακοποίησαν απάνθρωπα. Ο Σάββας επιθυμούσε ανέκαθεν να έχει μαρτυρικό θάνατο και με την αδιάλειπτη προσευχή, τη νήψη και τη σιωπή ήταν προετοιμασμένος για το ενδεχόμενο αυτό (24-25). Ο Θεός θεράπευσε τον Σάββα από τις πληγές και ο λαός τον περιέβαλε με ευλάβεια και αγάπη. Ο άγιος δέχθηκε, να τον φιλοξενήσει ένας ευσεβής (26) και σαν ιδιαίτερη χάρη διέκοψε τη σιωπή και του εμπιστεύθηκε το όνομά του, ικανοποιώντας έτσι σφοδρή επιθυμία του οικοδεσπότη του. Από τη φήμη του Σάββα, που έφθασε μέχρι την Ελλάδα, συνέρρεαν τα πλήθη για να πάρουν την ευλογία του. Θαύματα του αγίου (27-28). Ο Σάββας για να αποφύγει τις ισόθεες αυτές τιμές υποκρίθηκε πάλι τον «μωρό» και μπήκε σε λάκκο με ακαθαρσίες και δυσωδία. Οι περισσότεροι όμως κατάλαβαν το νόημα αυτής της πράξης του και γι’ αυτό ο Σάββας αναχώρησε κρυφά για τους αγίους Τόπους (29).
Στα Ιεροσόλυμα προσκύνησε τον Άγιο Τάφο και όλα τα σεπτά σκηνώματα, επισκέφθηκε τις μονές του Ιορδάνη και υστέρα από εικοσαήμερη πορεία έφθασε στο Σινά (30-31), όπου σαν αρχάριος υποτάχθηκε για δύο χρόνια και κατέπληξε όλους με την αρετή του. Μετά επέστρεψε στα Ιεροσόλυμα, ασκήτευσε σε σπηλιά κοντά στον Ιορδάνη και επιδόθηκε στην αδιάλειπτη προσευχή (32). Έτσι έλαμψε πάνω του το φως της φυσικής δόξας της θεότητας και έγινε μέτοχος της ορατής θεοφάνειας, όπως οι μαθητές του Χριστού (33-34). Τις εμπειρίες του αυτές τις εμπιστεύθηκε αργότερα στον Φιλόθεο. Η φήμη της αγιότητάς του απλώθηκε σ’ όλη την περιοχή (35-36), πράγμα που διατάραζε την ήσυχία του. Γι’ αυτό υστέρα από τριετή παραμονή στη σπηλιά κατέφυγε στην άβατη έρημο, όπου ο θείος έρωτας τον οδήγησε σε υψηλότερα στάδια τελειώσεως και έγινε κοινωνός αρρήτων ηδονών (37-38). Στη συνέχεια προχώρησε στην «εξωτέραν έρημον την προς Ιορδάνην», όπου δύο άραβες υποκινούμενοι από τον διάβολο τον κακοποίησαν και τον άφησαν μισοπεθαμένο. Όταν ένας απ’ αυτούς επιχείρησε να τον αποκεφαλίσει, παρέλυσε το χέρι του και τον θεράπευσε ο άγιος με προσευχή (39-40). Ύστερα από ένα χρόνο πήγε στη μονή του Αγίου Σάββα, όπου μοναχοί από την Παλαιστίνη και Ισμαηλίτες συνέρρεαν για να τον δούν (41). Οι δυνάμεις του κακού κατακρήμνισαν τον άγιο σε ένα βαθύ κρημνό, όπου δέχθηκε αποκαλύψεις μυστηρίων και θεοφάνειες. Ο Σάββας γύρισε στη σπηλιά του και ευχαρίστησε τον Θεό για τις εμπειρίες αυτές (42-46). Ασκητικά κατορθώματα του οσίου (47). Μετά από τρία χρόνια παραμονής στη σπηλιά, πήγε στη μονή του Προδρόμου ως αρχάριος και υπηρέτης όλων (48). Ο άγιος επιβλήθηκε στην άλογη φύση των λεονταριών, που απέθεσαν ενώπιον του τη φυσική τους θηριωδία και δεν κατασπάραξαν ζώα της μονής (49).
Με θεία επιταγή αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Πεζοπορώντας επισκέφθηκε τα Ιεροσόλυμα, τη Δαμασκό και την Αντιόχεια. Στο δρόμο ανέστησε τον γιό μιας Χριστιανής (50-51). Από την Αντιόχεια προσπάθησε να πάει με πλοίο στην Κωνσταντινούπολη, αλλά οι καιρικές συνθήκες τους οδήγησαν στην Κρήτη, όπου ασκήτευσε για δύο χρόνια (52). Ακολούθως επισκέφθηκε την Εύβοια, την Πελοπόννησο, την Αθήνα, την Πάτρα και την υπόλοιπη Ελλάδα, την Τένεδο και τη Χερρόνησο. Πεζός πέρασε τη Μακεδονία και τη Θράκη και εφησύχασε σ’ ένα ερημητήριο κοντά στην Ηράκλεια (53). Για να αποφύγει την ανθρώπινη κενοδοξία προσποιήθηκε τον «μωρό», επειδή όμως δεν έπεισε τον κόσμο που συνέρρεε για να τον δει, αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη, όπου εγκαταβίωσε στη μονή του Διομήδους (54). Για να μή λύσει τη σιωπή του έδωσε έγγραφη ομολογία πίστης σε απεσταλμένους, που με εντολή του αυτοκράτορα και του πατριάρχη θέλησαν να εξακριβώσουν το φρόνημά του (55-56). Για να αποφύγει τον θαυμασμό του κόσμου επέστρεψε στο Άγιο Όρος και εγκαταβίωσε στη μονή του Βατοπεδίου. Έκει έλυσε την εικοσαετή σιωπή του και αναδείχθηκε πρότυπο κοινοβιάτη (57-58). Τότε γνωρίστηκε με τον Φιλόθεο και του έδειξε ιδιαίτερη αγάπη. Ο Φιλόθεος εκφράζει την ευγνωμοσύνη του και παραθέτει περιστατικά και συνομιλίες του με τον άγιο (59-60). Οι πατέρες της μονής ήθελαν να τιμήσουν τον Σάββα με το αξίωμα της ιερωσύνης. Αυτός όμως δεν δέχθηκε και οι λόγοι της άρνησής του έγιναν με σεβασμό δεκτοί (61). Η έμπρακτη και μεγάλη ταπείνωση του Σάββα παιδαγώγησε τον ηγούμενο (62), ο οποίος με υπερβολική αυστηρότητα επέπληξε μερικούς μοναχούς που θορυβούσαν στην Τράπεζα, γεγονός που προβλημάτισε τους μοναχούς. Ο Σάββας αντιμετώπισε την κρίση με πνευματικό τρόπο (63-64).
Οι αγιορείτες αποφάσισαν να στείλουν πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη, για να τερματιστεί ο εμφύλιος πόλεμος. Ο Σάββας Αναγκάστηκε να συμμετάσχει, μολονότι προειπε την αποτυχία της πρεσβείας (67). Πράγματι η αποστολή των αγιορειτών απέτυχε, ο Σάββας όμως παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη. Στους επισκέπτες του μιλούσε για τη σωτηρία και την ειρήνη, έδειχνε μάλιστα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους Θεσσαλονικείς, που η πόλη τους υπέφερε από τους Ζηλωτές. Ο Φιλόθεος αναφέρει επεισόδιο ανάμεσα στον αρχηγό των Ζηλωτών Ανδρέα Παλαιολόγο και τον Σάββα, όταν ζούσε στο Βατοπέδι (68-70). Με τους Θεσσαλονικείς που τον επισκέπτονταν ο Σάββας διεμήνυσε στον Ανδρέα τις αιτίες για τη στάση που κράτησε απέναντί του (71).
Στη συνέχεια εξιστορούνται τα σχετικά με την ησυχαστική διαμάχη και γίνεται λόγος για τον Βαρλαάμ, τον πατριάρχη Καλέκα και τον Ακίνδυνο. Ο άγιος προείπε την τελική καταδίκη του Ακινδύνου (72-73). Ο Σάββας αγωνίσθηκε για την επικράτηση της Ορθοδοξίας (74). Μάταια ο ίδιος ο αυτοκράτορας και οι αρχιερείς προσπάθησαν να πείσουν τον άγιο να δεχθεί τον πατριαρχικό θρόνο (75). Ο αυτοκράτορας επιχείρησε να χρίσει πατριάρχη τον Σάββα με δόλο. Ο άγιος τελικά απέφυγε την ανάρρησή του στον πατριαρχικό θρόνο (76-78).
Εξυμνούνται οι αρετές του αγίου (79-82), ο οποίος προαισθάνθηκε τον θάνατό του και ετοιμάσθηκε (83). Ο Φιλόθεος αναφέρεται στον πόθο του να γράψει τον Βίο του Σάββα και σε περιστατικά της συγγραφής (84). Επίλογος (85).
ε) Το κείμενο του Βίου και η χειρόγραφη παράδοση.
Ο Βίος αυτός είναι το εκτενέστερο αγιολογικό έργο του Φιλοθέου[67]. Ο συγγραφέας μας δικαιολογούσε το μήκος του Βίου με τον μεγάλο θαυμασμό που έτρεφε για τον άγιο. Ενώ όμως είχε τη διάθεση να εκθέσει με λεπτομέρειες τον Βίο του Σάββα, ομολογεί ότι αναγκάστηκε να κάνει περικοπές και συντομεύσεις, επειδή ήθελε να αποφύγει την αμετρία στην έκταση, τον κόρο στους αναγνώστες και επειδή τον πίεζαν επείγουσες ασχολίες[68]. Είναι αδύνατο, παρατηρεί γενικά, «και τα κατά μέρος ρηθήναι και μηδέν τι των εκείνου παραλειφθήναι»[69].
Έτσι διαβλέπει κανείς στον Βίο την προσπάθεια του Φιλοθέου να τιθασεύσει το πολύ υλικό του, για να αποφύγει το υπερβολικό μήκος του έργου, και την επιθυμία του να διηγηθεί όσα περισσότερα μπορεί για τον Σάββα. Γι’ αυτό ενώ, όπως λέγει, προσπαθεί να ακολουθήσει μια μέση οδό, δέχεται ότι η αγάπη του για τον άγιο τον παρασύρει και ζητάει συγγνώμη «τω πάθει… πάντων όντι δικαιωτάτω και ό πάσχειν ανάγκη τοις νουν έχουσιν»[70].
Το κείμενο του Βίου του Σάββα περιέχεται σε οκτώ κώδικες. Οι τέσσερις απ’ αυτούς (Β, F, Λ8, S1) είναι του ιδ΄-ιε΄ αί. Οι άλλοι τρεις (Β1, Π, Π1) είναι απόγραφα του ιθ΄ αί. και φαίνεται ότι δεν είναι άσχετοι με το έντονο ενδιαφέρον για τον Φιλόθεο, που παρατηρειται την εποχή αυτή κυρίως από τους Κολλυβάδες[71].
Αναλυτικότερα οι βασικοί χειρόγραφοι κώδικες που περιέχουν τον Βίο του Σάββα είναι οι εξής:
α) (Β) Βατοπ. 97, ιε΄ αί., f. 4-164[72].
β) (F) Marc. gr. 582, ιδ΄-ιε΄ αί., f. 51-136ν[73].
γ) (Λ8) Λαύρας 1134 (I 50), ιδ΄ αί., f. 225-361[74].
δ) (S1) Mosqu. Synod. 257 (164.165), ιε΄ αι., f. 122ν-246[75].
Εκτός από τους κώδικες αυτούς υπάρχουν και τρία απόγραφα του κώδ. Β, που είναι τα εξής:
α) (B1) Βατοπ. 98, 1842 μ.Χ., f. 1-332[76].
β) (Π) Παντελ. 160 (Άθ. 5667), ιθ΄ αι., f.1-158v[77].
γ) (Π1) Παντελ. 161 (Άθ. 5668), ιθ΄ αι.[78].
Ο Βίος του Σάββα φαίνεται ότι ήταν ιδιαίτερα αγαπητό ανάγνωσμα στους επόμενους αιώνες[79]. Αυτό επιβεβαιώνεται όχι μόνο από την πλούσια χειρόγραφη παράδοση του Βίου, που περιλαμβάνει κώδικες από τον ιδ΄ αί. μέχρι τον ιθ΄ αί., αλλά και από χειρόγραφες μεταγλωττισμένες εκδόσεις, όπως π.χ. είναι οι εξής:
α) (Π11) Παντελεήμονος 281 (Άθ. 5788), ιθ’ αί., μέρος γ’, σ. 190- 310[80].
β) (Π12) Παντελεήμονος 490 (Άθ. 5997), ιθ’ αί., f. 77-121[81].
γ) (Α14) Αγίας Άννης 4 (Άθ. 85), ιθ’ αί., 359-451[82].
δ) (Ε) Εσφιγμένου 107 (Άθ. 2120), 1782 μ.Χ.[83].
Αποσπάσματα του Βίου αντέγραψε ο P. Uspenskij από τον κώδ. και εξέδωσε δύο τεμάχια. Βλ. Uspenskij, Istorija Affona III, Petersburg 1892, σ. 657-658 και 726-727. Ολόκληρο το κείμενο του Βίου εξέδωσε ο Α. Παπαδόπουλος-Κεραμεύς, με βάση τους κώδ. Β και S1 στα ΑΙΣ, τόμ. 5, σ. 190-359.
Παραπομπές

  1. BHG 1606, τόμ. 2, σ. 227. Στον κώδ. Αγίας Άννης 4 (Άθ. 85), ιθ’ αί., σ. 339 σημειώνονται τα εξής: «Οκτωβρίου δ΄, η ανακομιδή του ιερού λειψάνου του πανοσίου πατρός ημών Σάββα Βατοπαιδινού, του Μυριπνόου». Βλ. Σπ. Λάμπρου, Κατάλογος…, τόμ.1, ό.π., σ. 11 και Γερασίμου, «Κατάλογος», ό.π., σ. 126.
  2. Βλ. Τσάμη, «Αγιολογικά», σ. 9 έ.
  3. Βλ. Βίος αγίου Σάββα 84, Αγιολογικά, σ. 322, στίχ. 7-9: «Πολύς μέν τις και άρρητος είχε μου την ψυχήν έρως περί την συγγραφήν, ταύτης της ιστορίας και ούδ’ ηρεμείν είχον τον λογισμόν ουδ’ επί μικρόν, κάτοχος ήδη γεγενημένος τω καλώ τούτω πάθει».
  4. Ό.π. 84, ό.π., σ. 322 έ., στίχ. 14 έ. Βλ. ό.π. 57, ό.π., σ. 269, στίχ. 44-57· 84, ό.π., σ. 324· στίχ. 80-82.
  5. Ό.π. 6, ό.π., σ. 171, στίχ. 15-16: «… τον φωστήρα και οδηγόν τούτον εγνώρισεν, εί και το μέχρι τέλους εκείνω συνείναι -φευ της ζημίας- ο φθόνος αφείλετο.
  6. Ό.π. 8, ό.π., σ. 174, στίχ. 9-13.
  7. Ό.π. 51, Αγιολογικά, σ. 259, στίχ. 43 έ. και 47, ό.π., σ. 249, στίχ. 1 έ.
  8. Ό.π. 1, ό.π., σ. 162, στίχ. 34-35.
  9. Ό.π. 66, ό.π., σ. 289, στίχ. 85-87: «… όλος εκείνω προστίθεται και δεσμοίς αρρήκτοις συνδείται φιλίας και οικειώσεως, μάλλον δε φίλος το πρότερον ών, και υιός εξ εκείνου και μαθητής γίνεται».
  10. Ό.π. 52, ό.π., σ. 261, στίχ. 49-54.
  11. Βλ. ό.π. 66, ό.π., σ. 289, στίχ. 87-92. Βλ. και ό.π. 16,ό.π., σ. 188,στίχ.16-18· 83, ό.π., σ. 321, στίχ. 4 έ. και 23 έ.· 75, ό.π., σ. 308, στίχ.15 έ.· 64,ό.π., σ. 284, στίχ. 48 έ.
  12. Βλ. ό.π. 6, ό.π., σ. 171, στίχ. 13 έ.· 59, ό.π., σ. 272 έ.,στίχ. 1 έ.
  13. Ό.π. 59, ό.π., σ. 272 έ., στίχ. 1 έ.· 25, ό.π., σ. 210, στίχ. 25 έ.
  14. Ό.π. 57, ό.π., σ. 269, στίχ. 44-51.
  15. Ό.π. 59, Αγιολογικά, σ. 273, στίχ. 9-14. Ο άγιος έδειχνε ιδιαίτερη αγάπη στον Φιλόθεο και τον ξεχώριζε από τους άλλους μαθητές του.
  16. Ό.π. 59, Ό.π., σ. 273, στίχ. 18-22.
  17. Ό.π. 24, Ό.π., σ. 208, στίχ. 58-59. Βλ. Ό.π. 25, Ό.π., σ. 209, στίχ. 9-10.
  18. Ό.π. 35, Ό.π., σ. 228 έ., στίχ. 3-17. Βλ. και Ό.π. 73, Ό.π., σ. 304, στίχ. 66 έ.· 81, ό.π., σ. 319, στίχ. 26 έ.· 83, ό.π., σ. 322, στίχ. 32· 25, ό.π., σ. 210, στίχ. 31.
  19. Ο Φιλόθεος θέλει να πιστεύσει ότι τον Βίο τον υπαγορεύει ο άγιος. Γι’ αυτό δηλώνει ότι ακολουθεί τις πηγές του, δίνει όμως βάρος σ’ όσα «εκείνος αυτός οδηγοί ή και κατευθύνοι τον λόγον και οις αν ησθείη λεγομένοις ως μάλιστα» (ό.π. 1, ό.π., σ. 162, στίχ. 35-36). Μόνος πραγματικά ικανός, λέγει ο Φιλόθεος, να διηγηθεί τα του αγίου, θα ήταν ο ίδιος ο άγιος. Τη φωνή λοιπόν του Σάββα επιδιώκει να ακούσει ο Φιλόθεος, που δίνει «την χείρα μόνην εις υπουργίαν κατά χρέος» (ό.π. 45, ό.π., σ. 247, στίχ. 85-92), και δέχεται «διά νυκτερινών όψεων» την καθοδήγηση από τον άγιο (ό.π. 83, ό.π., σ. 322, στίχ. 38-40).
  20. Βλ. ενδεικτικά Fedotov, ό.π., σ. 316-343· Γ.Μαντζαρίδη, «Οι διά “Χριστόν σαλοί” στα αγιολογικά έργα του αγίου Φιλοθέου», Πρακτικά θεολογικού συνεδρίου εις τιμήν… Φιλοθέου αρχιεπ. Κωνσταντινουπόλεως…, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 87-97 και τις παρακάτω μνημονευόμενες μελέτες του J. Saward(σημ. 26), A.-J. Festugiere και L. Ryden(σημ. 38) και A.Syrkin, «On the Behavior of the “Fool for Christ’s Sake”», Historyof Religions 22(1982) 150-171.
  21. Ό.π. 22, ό.π., σ. 201, στίχ. 9-14. Βλ. τη γλαφυρή περιγραφή του αγίου, ό.π. 28, ό.π., σ. 214, στίχ. 12-21: «Ήν δε και την έντευξιν ιλαρότατος και την όψιν ήδιστος τε και χαριέστατος· ού γάρ… αμείλικτός τις το παράπαν και άφιλος…, αλλά… τω φαινομένω κοινωνικός τε και ευπρόσιτος ήν και όλως ηδονή τις ψυχής και θυμηδία του προσώπου και των οφθαλμών εκείνων απέσταζεν, ώστε συμβαίνειν καντεύθεν το προς αυτόν φίλτρον επιδιδόναι και τους πάντας αρρήτοις τισίν ιμέροις αγάπης θαυμαστώς αυτόν έχειν αναδυσάμενον». Βλ. και ό.π. 5, ό.π., σ. 169, στίχ. 24-37.
  22. Βλ. σχετικά Ό.π. 19, ό.π., σ. 195· στίχ. 18-19.
  23. Ό.π. 25, στίχ. 20-23. Βλ. και 25, στίχ. 5-6· 54, στίχ. 5-6. Πρβλ. P. Magdalino, «The Byzantine Holy Man in the Twelfth Century», The Byzantine Saint, London 1981, σ. 59-60 και J. Grosdidier de Matons, «Les themes d’ edification dans la Vie d’ Andre Salos», TM 4 (1970) 280 έ. 300 και Λεοντίου Νεαπόλεως, Βίος Συμεών του Σαλού, PG 93, 1074D: «Βλέπε, Συμεών, μήπως ο διάβολος χλευάσαι σε θέλη…».
  24. Βλ. Συμεών νέου Θεολόγου, Κατήχησις 28, SC 113, σ. 156-158· Κατακαλών Κεκαυμένου, Στρατηγικόν 155, έκδ. Β. Wassiliewski, V. Jernstedt,Petropoli 1896, σ. 63· Βαλσαμώνος, Κανόνες των εν Τρούλλω συνελθόντων Πατέρων, Κανών Ξ’, PG 137, 716D έ., και Βίος αγίου Σάββα, Αγιολογικά, σ. 196, σημ. 158. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Φιλόθεος στο Υπόμνημα εις όσιον Νικόδημον, που ήταν ένα από τα πρώτα του έργα, δεχόταν τότε χωρίς επιφυλάξεις το φαινόμενο της «διά Χριστόν» σαλότητας.
  25. Βίος αγίου Σάββα 23, ό.π., σ. 203, στίχ. 12-13.
  26. Ό.π. 22. Πρβλ. J. Saward, Perfect Fools, Oxford 1980, σ. 212-214.
  27. Βίος αγίου Σάββα 25, ό.π., σ. 210, στίχ. 31-40.
  28. Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και ορισμένοι άλλοι «σαλοί», όπως ο Βασίλειος ο νέος (BHG 263-264 f., τόμ. 1, σ. 93-94), Συμεών ο Ευλαβής, Κύριλλος ο Φιλεώτης (BHG 468-468e, τόμ. 1, σ. 143) και άλλοι. Βλ. Ryden, «The Holy Fool», ό.π., σ. 111.
  29. Βλ. Βίος αγίου Σάββα 24, Αγιολογικά, σ. 206 έ., στίχ. 1 έ. και ό.π. 21, ό.π., σ. 198 έ. Ο Saward, (Perfect Fools, σ. 25-30) διακρίνει εννιά κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα στους γνωστούς «Σαλούς».
  30. Βλ. ό.π. 75, ό.π., σ. 308, στίχ. 7-9· 74, ό.π., σ. 306, στίχ. 39 έ.· 71, ό.π., σ. 298, στίχ. 1 έ.· 67, σ. 290, στίχ. 20 έ.· 75, σ. 307 έ, στίχ. 1 έ.· 69, ό.π., σ. 295· στίχ. 53 έ. και 68, ό.π., σ. 306, στίχ. 30-32.
  31. Ό.π. 72, ό.π., σ. 300, στίχ. 28· 84, ό.π., σ. 323, στίχ. 36-37. Ο Φιλόθεος προσονομάζεται «καθηγεμών της Εκκλησίας» (ό.π. 84, ό.π., σ. 324, στίχ. 62). Την προσονομασία αυτή χρησιμοποιεί ο Γρηγόριος Θεολόγος για τον Μ. Βασίλειο. Βλ. Λόγος 43, 28, PG 36, 533C. Ο Φιλόθεος από ιερομόναχος στο Άγιο Όρος κλήθηκε και έγινε μητροπολίτης Ηρακλείας.
  32. Βίος αγίου Σάββα 69, ό.π., σ. 293 και 295, στίχ. 5-6 και 54-55.
  33. Ό.π. 75, Αγιολογικά, σ. 307 έ.,στίχ. 1-10. Τον όρο «ομοφροσύνη» χρησιμοποιεί και ο Νικηφόρος Γρηγοράς [Ιστορία 15, 11 (2, σ. 788), στίχ. 8], όταν αναφέρεται στη συμβασιλεία του Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνού και του Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου. Συμφωνήθηκε επίσης ότι οι δύο συναυτοκράτορες θα έχουν σχέση πατέρα με γιό [Ιωάννη Καντακουζηνού, Ιστορία 3, 100 (2, σ. 614), στίχ. 16 έ.].
  34. Κατά τον Απρίλιο του 1353 ανακηρύσσεται συμβασιλέας με τον Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνό ο γιός του Ματθαίος Καντακουζηνός. Η στέψη του Ματθαίου έγινε τον Φεβρουάριο του 1354 από τον νέο πατριάρχη Φιλόθεο μετά την αναγκαστική απομάκρυνση του Καλλίστου τον Νοέμβριο του 1353, επειδή αρνήθηκε να τελέσει τη στέψη αυτή, για να μή θιγούν τα δικαιώματα του Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου.
  35. Βίος αγίου Σάββα 6, ό.π., σ. 170, στίχ. 6-7.
  36. Ό.π. 13, ό.π., σ. 182, στίχ. 1.
  37. Ό.π. 13, ό.π., σ. 183, στίχ. 12 έ.
  38. Βλ. Festugiere, Ryden, Leontios de Neapolis, ό.π., σ. 225 και 231.
  39. Βίος αγίου Σάββα 67, Αγιολογικά, σ. 291 έ.,στίχ. 76-80.
  40. Ό.π. 83, ό.π., σ. 322, στίχ. 31-32.
  41. Festugiere, Ryden, ό.π., σ. 227-231.
  42. Βίος αγίου Σάββα 67, ό.π., σ. 291, στίχ. 62 έ.
  43. Ό.π. 67, ό.π., σ. 290 έ., στίχ. 20-80.
  44. Ό.π. 67, ό.π., σ. 292, στίχ. 79.
  45. Festugiere, Ryden, ό.π., σ. 229, σημ. 1.
  46. Βίος αγίου Σάββα 69, σημ. 512.
  47. Βίος αγίου Σάββα 70, ό.π., σ. 295 έ., στίχ. 1 έ.
  48. Βίος αγίου Σάββα 59, ό.π., σ. 273, στίχ. 31-32. Βλ. και ό.π. 85, ό.π., σ. 325, στίχ. 4-5.
  49. Ό.π. 59, ό.π., σ. 273, στίχ. 20 έ.· ό.π. 83, ό.π., σ. 322, στίχ. 37.
  50. Ό.π. 59, Αγιολογικά, σ. 273 έ., στίχ. 23 και 38.
  51. Ό.π. 85, ό.π., σ. 324 έ.,στίχ. 1-9· ό.π. 84, ό.π., σ. 322 έ., στίχ. 11 έ.· ό.π. 57, ό.π., σ. 269 έ., στίχ. 52 έ. Είναι αξιοσημείωτο και ενδεικτικό για τη χρονολόγηση του Βίου ότι ο Φιλόθεος χρησιμοποιεί στη συνάφεια αυτή (ό.π. 59, στίχ. 42) το χωρίο του Γρηγορίου Θεολόγου: «Τα μεν ουν ημέτερα, όπη τω Θεώ φίλον, αγέσθω· άγοιτο δε ταίς εκείνου πρεσβείαις άμεινον» (Λόγος 43, 25, PG 36, 532Α). Με το χωρίο αυτό ο Γρηγόριος εξέφραζε την πίκρα του μετά την παραίτησή του από τον θρόνο του αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως. Το ίδιο χωρίο απαντά σε κείμενα παραιτήσεων ιεραρχών, όπως π.χ. του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Αθανασίου από την πρώτη του πατριαρχεία, όταν στις 16 Οκτωβρίου 1293 πικραμένος και αηδιασμένος από ενέργειες των αντιπάλων του δήλωσε εγγράφως στον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β’ Παλαιολόγο την παραίτησή του από τον πατριαρχικό θρόνο (Βλ. Ιωσήφ Καλοθέτου, Βίος πατρ. Αθανασίου 29, Συγγράμματα, σ. 492, στίχ. 1285-1287). Ο Φιλόθεος επίσης χρησιμοποιεί το χωρίο αυτό όταν αναφέρεται στην απομάκρυνσή του από τον πατριαρχικό θρόνο τον Νοέμβριο του 1354. Βλ. Φιλοθέου Κοκκίνου, Βίος αγίου Ισιδώρου 53, σ. 159, στίχ. 37-38.
  52. Φιλοθέου Κοκκίνου, Λόγος 11, 3, Λόγοι και Ομιλίες, Θεσσαλονίκη 1981, σ. 233, στίχ. 1 έ.
  53. Βλ. Ό.π. 11, 5, σ. 237, στίχ. 51 έ.
  54. Στις 21 Οκτωβρίου του 1351 έφθασε στο λιμάνι της Ηρακλείας Γενουάτικος στόλος από εξήντα γαλέρες με ναύαρχο τον Paganino Doria. Ύστερα από διαφωνίες με τους κατοίκους για την προμήθεια τροφίμων οι Γενουάτες πολιόρκησαν την Ηράκλεια και την κατέλαβαν στις 23 Οκτωβρίου. Βλ. Χρονικόν νέον εν συντόμω 55 (1, σ. 86): «Τον δε Οκτώβριον μήνα, της ε΄ ινδικτιώνος, του ‘ςωξ’ έτους, ήλθεν ο στόλος των Γενουιτών, κάτεργα ξ’. Ερχόμενοι δε παρέλαβον την Ηράκλειαν και έφθειραν ταύτην». Βλ. σχετικά P. Schreiner, Die byzantinischen Kleinchroniken (Chronik 8), CFHB XII/Ι, τόμ. 1, Wien 1975, σ. 279-280.
  55. Ο Καντακουζηνός χαρακτηρίζεται πάντα με κολακευτικά επίθετα. Βλ. π.χ. Βίος αγίου Σάββα 74, Αγιολογικά, σ. 305, στίχ. 6-17: «… προ δε πάντων τω και πάντων αρίστω ταύτης (της Εκκλησίας) εκδικητή και προμάχω, βασιλεί φημι τω σοφώ και γενναίω· ός και πριν μέν εγκρατής γενέσθαι των Ρωμαίκών σκήπτρων… ισχυρώς υπέρ της ορθής έστη δόξης… κάντευθεν ού μικρόν παρά πασιν αράμενοι κλέος… τον δεύτερον αποστάτην ούτως εξήλεγξεν ομαλώς και απόνως άγαν, οία τα της αρίστης τούτου φύσεως…». Βλ. και ό.π. 74, ό.π., σ. 306, στίχ. 28 έ.· ό.π. 75-78· ό.π., σ. 307- 315· 76, ό.π., σ. 310, στίχ. 8· ό.π. 74, ό.π., σ. 307, στίχ. 56.
  56. Βλ. ό.π. 74, ό.π., σ. 305-307.
  57. Βλ. Ό.π. 67, Αγιολογικά, σ. 290 έ., στίχ. 31 έ. και 77 έ.· 69, ό.π., σ. 294, στίχ. 21 έ.· 85, ό.π., σ. 325, στίχ. 15 έ. κ.ά. Πρβλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ευχή προς Θεόν, Ομιλίαι κβ΄ Αθήνα 1861, σ. 310: «Απάλλαξον αυτούς της προς αλλήλους έριδος. Κατάλλαξον αυτούς προς σεαυτόν και αλλήλους. Ευδόκησον εν ειρήνη και ομονεία τον εξής βιώσαι χρόνον…»· Ομιλία Α΄ Περί της προς αλλήλους ειρήνης. Ρηθείσα μετά την τρίτην ημέραν της προς Θεσσαλονίκην επιδημίας, PG 151, 9A-17C· Φιλοθέου Κοκκίνου, Λόγος εις άγιον Γρηγόριον Παλαμάν, 88 έ., Αγιολογικά, σ. 524 έ.
  58. Βλ. Βίος αγίου Σάββα 3, ό.π., σ. 164, στίχ. 26-74.
  59. Ό.π. 3, στίχ. 43-59. Πρβλ. Φιλοθέου Κοκκίνου, Λόγος εις άγιον Γρηγόριον Παλαμάν, 86, Αγιολογικά, σ. 522 έ.· Γρηγορίου Παλαμά, Ευχή προς Θεόν…, ό.π., σ. 309-310· Όμιλία 1, PG 151,12CD και 13D.
  60. Φιλοθέου Κοκκίνου, Βίος αγίου Σάββα 2-3, ό.π., σ. 162-166.
  61. Ό.π. 14, ό.π., σ. 186, στίχ. 34-36· ό.π. 70, ό.π.,σ.295,στίχ.16-30· ό.π. 54, ό.π., σ. 265, στίχ. 34-36· ό.π. 28, ό.π., σ. 214 έ.,στίχ. 22έ.
  62. Βλ. και ό.π. 54, ό.π., σ. 265, στίχ. 34-36.
  63. Βλ. ό.π. 73, Αγιολογικά, σ. 304, στίχ. 66 έ. Και ό.π. 74,ό.π.,σ.305, στίχ.1 έ.
  64. Για την περιγραφή της πανηγυρικής υποδοχής βλ. Φιλοθέου Κοκκίνου, Λόγος εις άγιον Γρηγόριον Παλαμάν, 86-88, Αγιολογικά, σ. 522-525.
  65. Βλ. D. Nicol, The Byzantine Family of Kantakouzenos (Cantacouzenus) ca 1100-1460. A Genealogical and Prosopographical Study, DOS XI, Washington, D.C. 1968, σ. 72-73. Κατά τον J. Meyendorff, ο Καντακουζηνός κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη στις αρχές του 1350 (βλ. Introduction a l’ etude de Grigoire Palamas, Paris 1959, σ. 138.
  66. Αυτό διαφαίνεται και από τη ζωηρή περιγραφή της εισόδου του Παλαμά στη Θεσσαλονίκη που κάνει ο Φιλόθεος (βλ. Λόγος εις άγιον Γρηγόριον Παλαμάν, 87, Ό.π., σ. 523 έ.
  67. Ο Φιλόθεος υπαγόρευε το κείμενο του Βίου σ’ έναν «υπογραφέα», ο οποίος ήταν «των εν τω κλήρω κατειλεγμένων εις και του των αναγνωστών προϊστάμενος τάγματος». Βίος αγίου Σάββα 84, στίχ. 29-31. Ο Βίος παρουσιάζει μεγάλη εξάρτηση από τον Επιτάφιο Λόγο του Γρηγορίου Θεολόγου στον Μ. Βασίλειο (PG 36,493Α- 605Α).
  68. Βλ. Βίος αγίου Σάββα 1, στίχ. 27 έ. και 79, στίχ. 1 έ.
  69. Ό.π. 1, στίχ. 29-30.
  70. Ό.π. 57, Αγιολογικά, σ. 270, στίχ. 55-57. Βλ. επίσης ό.π. 67, ό.π., σ. 289, στίχ. 1-2: «… δει γάρ πάντως επιτεμείν…» και 74, ό.π., σ. 307, στίχ. 74-75.
  71. Βλ. Τσάμη, «Εικονογραφικές μαρτυρίες», ό.π., σ. 41.
  72. Σ. Ευστρατιάδου – Αρκαδίου, Κατάλογος των εν τη Ι. Μ. Βατοπεδίου αποκειμένων κωδίκων, Paris 1924, σ. 27 έ.· Σ. Ευστρατιάδου, Συμπλήρωμα αγιορειτικών καταλόγων Βατοπεδίου και Λαύρας, Paris 1930, σ. 68. Τα δύο πρώτα f. του κώδ. Β είχαν καταστραφεί τελείως, «έγραψε δε ταύτα έτει 1835-ω Ιάκωβος ο έκ Καρπενησίω, αρχιμανδρίτης και σκευοφύλαξ της μονής του Βατοπεδίου (περι ού όρα το βιβλίον Ιακώβου Δημοπούλου, Η ηθική ελευθερία του ανθρώπου εν τω χριστιανισμώ τελειουμένη, Αθήνα 1888, σ. 97), αντιγραψάμενος αυτά, ως λέγεται, εξ ετέρου τινός κωδικός, εμπεριέχοντος ωσαύτως τον Βίον του οσίου Σάββα και εν τη Λαύρα ευρισκομένου του οσίου Αθανασίου του Αθωνίτου. Σημειωτέον και τούτο, ότι το βατοπεδινόν αντίγραφον, επειδή προ χρόνων τινών εσταχώθη και τα φύλλα αυτού βαθέως υπό της ψαλίδος εκόπη του δέτου, υπέστη φθοράς τινάς εν λέξεσιν, είτ’ εν τω κειμένω αυτώ ευρισκομέναις, ειτ’ εν ταίς ώαις», όπως μας πληροφορεί ο Α. Παπαδόπουλος-Κεραμεύς (ΑΙΣ, τόμ. 5, σ. 190, σημ. 1). Ο Ιάκωβος αντέγραψε τα καταστραμμένα f. του κώδ. Β από τον Λ8 και επίσης πρόσθεσε στην αρχή του κώδικα το «Συναξάριον του οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Σάββα του νέου, του εν τω του Άθω όρει ασκήσαντος, κατά την Ιεράν Μεγίστην Μονήν του Βατοπαιδίου» (f. 1-3).
Στο εσώφυλλο του κώδικα είναι γραμμένο το όνομα του κτήτορα «Αρχιμανδρίτης Ιάκωβος Βατοπεδινός». Μετά τον Βίο παρατίθενται αποσπάσματα από πατερικά έργα και στο τέλος του κώδικα υπάρχει η σημείωση: «Το παρόν βιβλίον εις τα 1835 Ιανουαρίου 5 ευρέθη υπό τίνος αδελφού έξω της βιβλιοθήκης ερριμμένον και αντεγράφη και εδέθη και εις την βιβλιοθήκην πάλιν μετέθη».
Ο κώδ. Β έχει πολλά ορθογραφικά λάθη και όχι επιμελημένη γραφή.
  1. Zanneti, Marci Bibliotheca…, ό.π., σ. 305 έ. Ο κώδικας αυτός περιέχει τα περισσότερα αγιολογικά έργα του Φιλοθέου. Το κείμενο του έργου Βίος αγίου Σάββα παρουσιάζει πολλές διαγραφές, γιατί όπως φαίνεται καταβλήθηκε προσπάθεια από κάποιον διορθωτή να προσαρμοστεί με την παράδοση του κειμένου που αντιπροσωπεύει ο S1. Αρχικά ο F ήταν πλησιέστερος με τη χειρόγραφη παράδοση του Λ8.
Στο κείμενο του Βίου έχει διαταραχθεί η σειρά των f. προφανώς κατά τη βιβλιοδεσία. Γι’ αυτό τα f. 96-97 αποτελούν μέρος του κεφ. 54 της έκδοσής μας, και όχι του κεφ. 47, σύμφωνα με τη διάταξη των f. του κώδ. F.
  1. Σπυρίδωνος-Ευστρατιάδου, Κατάλογος, ό.π., σ. 184· Ευστρατιάδου, Συμπλήρωμα, ό.π., σ. 68. Ο κώδ. Λ8 συγγενεύει περισσότερο με τον κώδ. Β, παρά με τους κώδ. S1 και F. Ο κώδ. Λ8περιέχει τμήματα του Βίου που δεν απαντούν στους άλλους κώδικες. Πρόκειται για δύο προσευχές του αγίου Σάββα α) f. 239ν-241ν και β) f. 246- 248.
Στο τέλος του Βίου παρατίθενται, όπως και στον κώδ. Β, αποσπάσματα από πατερικά έργα.
  1. Vladimir, ό.π., σ. 351· Matthaei, ό.π., σ. 97· Ιακώβου, ό.π., σ. 54. Ο κώδ. S1 είναι πολύ επιμελημένος και μας παραδίνει άριστο κείμενο. Γι’ αυτό αποτέλεσε τη βάση της παρούσης έκδοσής μας.
  2. Ευστρατιάδου-Αρκαδίου, Κατάλογος, ό.π., σ. 27· Ευστρατιάδου, Συμπλήρωμα, ό.π., σ. 68. Στη σ. 4 υπάρχει το εξής ποίημα:
«Σάββας πάλαι μεν φύεις εκ Καππαδόκων
έω πάσαν ηύγασε λάμψας ασκήσει.
Σάββας νέος δ’ αυ φανείς εκ Θετταλίας
την εσπέραν ήστραψε θαυμάτων πλήθει.
Ο ηγιασμένος μεν εν Παλαιστίνη ήσκει,
ο νεολαμπής δε εν τω του Άθωνος όρει.
Ο μεν μονήν ήγειρε την αρίζηλον Λαύραν,
ο δε τρόπαια έστησε μονή Βατοπαιδίου.
Εν ποιμέσιν έλαμψε θαυμασίως ο μέγας,
υπηκόους ούτος δε υπερήλασε πάντα.
Άμφω δε πρεσβεύουσιν υπέρ ημών απάντων».
Συντάκτης αυτού είναι ο γραφέας του κώδ. Β1, που συνέταξε και τον πρόλογο στον Βίο. Βλ. σ. 8: ,αωμβ΄ απριλίου β΄ ευτελής και ελάχιστος των μοναχών Σωφρόνιος και του Βατοπαιδίου υπότροφος» και σ. 331: «Η παρούσα βίβλος αφιερωθήσεται εις την του Βατοπαιδίου ιεράν βιβλιοθήκην μετά την εμήν αποβίωσιν· 1851 Αυγούστου 14. Σωφρόνιος μοναχός Βατοπαιδινός».
Στην αρχή του κώδικα υπάρχει η σημείωση: «Αύτη η βίβλος της Βατοπαιδίου βιβλιοθήκης πέλει ω φίλε», και στη σ. 332 υπάρχει κατάλογος με επικεφαλίδα: «Οι εν τω αγιωνύμω όρει, κατά την μεγίστην Ιεράν Μονήν του Βατοπαιδίου, εν ασκήσει λάμψαντες οσιώτατοι Πατέρες».
  1. Λάμπρου, Κατάλογος, τόμ. 2, ό.π., σ. 307.
  2. Λάμπρου, ό.π., σ. 308.
  3. Βλ. χαρακτηριστικά τον πρόλογο (με την ορθογραφία του) στον Βίο του αγίου Σάββα στον κώδ. Β1, σ. 5-8, που συνέταξε το 1842 ο μοναχός Σωφρόνιος Βατοπεδινός:
«Άπασι τοις εντευξομένοις Ορθοδόξοις την ταπεινήν προσκύνησιν και τον εκ ψυχής αδελφικόν ασπασμόν απονέμω.
Ο Πανδαμάτωρ χρόνος, λέγουσιν οι φυσιολόγοι, αείποτε συνειθίζει να γενά, να αυξάνη και να φθείρη· (τοίς πάσιν ο χρόνος). Όθεν και το πρωτότυπον του παρόντος βιβλίου εφθάρη και σχεδόν ηχρεώθη και έξω της ημετέρας βιβλιοθήκης με πάμπολλα βιβλία σεσαθρωμένα ερρίφθη. Πολλοί όμως των αδελφών της Μονής διαλέγοντες απ’ αυτά ελάμβανον εις τα κελλία των χάριν αναγνώσεως.
Λοιπόν μίαν φοράν και εγώ αφ’ ου ελειτουργήθημεν εν τω παρακλησίω των αγίων Αρχαγγέλων εις τα Κατηχούμενα, επήγον κατά το μέρος του ωρολογίου, οπού ήτον ερριμένα τα σεσαθρωμένα και μισοσάπια εκείνα βιβλία, και λαμβάνω δύο τρία βιβλία διαλεκτά, και αναχωρώ εκείθεν. Ερχόμενος δε εις το κελίον μου, αναγινώσκω εν απ’ αυτά, και ευρέθη κατά συγκυρίαν, ή μάλλον ειπείν (νεύσει θεία), το περιέχον τον βίον του οσίου πατρός ημών Σάββα του νέου και Βατοπαιδινού. Βέβαια δεν ηρκέσθη η θεία πρόνοια (διά πρεσβειών του οσίου) να υπάγη εις το μή όν, τοιούτον ψυχοφελέστατον βιβλίον, εις το οποίον εδοκίμασε τόσους πόνους ο αγιώτατος π. Κ. Φιλόθεος. Όθεν αναγινώσκωντας εγώ δύο και τρεις φοραίς και ευρίσκωντας τα φοβερά θαύματα και υπερφυείς οπτασίας, ελάμβανον μεγάλην ευφροσύνην και γλυκύτητα εις την ψυχήν μου, και είχα πολύν πόθον και ζήλον να αντιγράψω αυτό, και πολλαίς φοραίς παρεκάλουν τον άγιον να με βοηθήση, ότι είχον μίαν αδυναμίαν εις το στήθος μου μεγάλην.
Τέλος, αφ’ ου ευρέθη το άγιον λείψανον του οσίου Ευδοκίμου του νεοφανούς εις τα 1841 έτη, Οκτωβρίου 6, επειδή έτυχε να γράψω και το υπόμνημά του, απεφάσισα πλέον να το αντιγράψω, επικαλεσάμενος πρώτον τον όσιον να μοι βοηθήση, και το ετελείωσα (Θεού βοηθούντος) και το έθεσα εις αυτήν την τάξιν, οπού ήδη φαίνεται, με την αδυναμίαν μου.
Προς τούτοις ομολογώ την ευεργεσίαν και χάριν, οπού έλαβον από τον άγιον, ότι γράφωντας τον θαυμαστόν αυτού βίον, ηλευθερώθην από την δεινήν ασθένειαν εκείνην, ως είπον άνωθεν, ότι είχον παραιτήσει και την καλλιγραφίαν εξ αυτής, και από άλλους πειρασμούς με έσωσε ψυχής τε και σώματος· έπαθον και εγώ εν τοιούτόν τι, ως εκείνος ο ευλαβής χριστιανός, οπού είχε την τιμίαν κάραν του αγίου Προδρόμου, και ελάμβανε ευτυχίαν μεγάλην το σπήτιόν του, όρα Φεβρουάριου 24.
Αλλ’ άμποτες και ημείς αδελφοί, διά πρεσβειών του μεγάλου Οσίου πατρός ημών Σάββα του νεολαμπούς να αξιωθώμεν της βασιλείας των ουρανών, να ιδώμεν και το ιλαρώτατον και λαμπρότατον αυτού θείον πρόσωπον, το οποίον πολλάκις από τας θεωρίας, οπτασίας και υπερφυείς θεοπτίας, έλαμπεν, ως ο ήλιος, καθώς πολλοί οφθαλμοφανώς ενάρετοι είδον, μάλιστα ο Ιερός Φιλόθεος μέσα εν τω Ναώ τω Καθολικώ ενταύθα εις μίαν αγρυπνίαν της θείας μεταμορφώσεως, ως διηγείται ο λόγος έμπροσθεν, και ευωδίαν άρρητον και γλυκυτάτην, έτι ζώντος του οσίου έδιδεν εις τους έξω, και όλλοι σχεδόν αισθάνονταν αυτής, όρα δε σελ. 132 και 298.
Όθεν και δόξαν ανέπεμπον εις την αγίαν και ομοούσιον και ζωοποιόν και αδιαίρετον Τριάδα, ότι αυτή πρέπει δόξα, τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί και απεράντους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
“Οσοι δε άναγινώσκεται το παρόν, να δίδηται συγγνώμην εις τα παροράματά μου.
αωμβ΄. απριλλίου :
β’. ευτελής και ελάχιστος των μοναχών Σωφρόνιος
και του Βατοπαιδίου υπότροφος».


  1. Λάμπρου, Κατάλογος, τόμ. 2, ό.π., σ. 348-351.
  2. Ό.π., σ. 379-380.
  3. Λάμπρου, Κατάλογος, τόμ. 1, ό.π., σ. 11· Γερασίμου, «Κατάλογος», σ. 126-127.
  4. Λάμπρου, Κατάλογος, τόμ. 1, ό.π., σ. 183. Στο τέλος του κώδικα σημειώνονται τα εξής: «Έν έτει σωτηρίω αψπβ’ εν μηνί Νοεμβρίω παρά του εν μοναχοίς ελαχίστου Ραφαήλ…». Ο κώδικας κοσμείται με αρχικό γράμμα Ο, στο οποίο υπάρχει η εικόνα του πατριάρχη με φωτοστέφανο και με την επιγραφή «Ο άγιος Φιλόθεος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως». Για την εικόνα αυτή βλ. Τσάμη, «Εικονογραφικές μαρτυρίες», ό.π., σ. 40 και 46.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το «Ελληνικά και Ορθόδοξα» απεχθάνεται τις γκρίνιες τις ύβρεις και τα φραγγολεβέντικα (greeklish).
Παρακαλούμε, πριν δημοσιεύσετε το σχόλιό σας, έχετε υπόψη σας τα ακόλουθα:
1) Ο σχολιασμός και οι απόψεις είναι ελεύθερες πλην όμως να είναι κόσμιες .
2) Προτιμούμε τα ελληνικά αλλά μπορείτε να χρησιμοποιήσετε και ότι γλώσσα θέλετε αρκεί το γραπτό σας να είναι τεκμηριωμένο.
3) Ο κάθε σχολιαστής οφείλει να διατηρεί ένα μόνο όνομα ή ψευδώνυμο, το οποίο αποτελεί και την ταυτότητά του σε κάθε συζήτηση.
4) Κανένα σχόλιο δεν διαγράφεται εκτός από τα spam και τα υβριστικά

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...